Να κόψουμε δρόμο

Να κόψουμε δρόμο.

 

του

Αθανασίου Θεοδωράκη,

πολιτικού επιστήμονα

 

Πώς μπορεί να σχεδιαστεί το μέλλον, πώς μπορούμε να φαντασθούμε ένα σύγχρονο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης λειτουργικό, εξανθρωπισμένο και αποτελεσματικό; Κι αν το κύριο ζήτημα είναι οι θεσμοί της Πολιτείας, είναι δυνατός ένας επανασχεδιασμός τους με βάση την ελληνική εμπειρία; Με στόχο ένα μοντέλο άμεσης δημοκρατίας εμπνεόμενο απευθείας από την αρχαία ελληνική δημοκρατία; Αφού οι εισαγόμενοι θεσμοί απέτυχαν και ο χρόνος επείγει, μπορούμε να επιχειρήσουμε κάτι νέο, αυθεντικό, δημιουργικό; Μπορούμε να κόψουμε δρόμο και να ανακαλύψουμε θεσμούς, αρετές και δυναμικές που λειτούργησαν σε άλλη εποχή; Μπορούμε να ανακαλύψουμε εκ νέου τη δημοκρατία; Μια άλλη σχέση της πολιτικής με την κοινωνία;

Γιατί η έρευνα σχετικά με το νόημα, τις αρχές και τους σκοπούς της δημοκρατίας συνεχίζεται ακατάπαυστα. Σε όλες τις χώρες, σε όλες τις γλώσσες, με αγνούς ή δόλιους σκοπούς, η έρευνα αυτή υποδηλώνει από μόνη της τη βασική αρχή που μας δίδαξαν οι αρχαίοι έλληνες: να ελέγχουμε, να ασκούμε κριτική, να αμφισβητούμε, να σκεφτόμαστε, να προτείνουμε.

Η δημοκρατία δεν έχει νόημα ως καθεστώς, ως σύστημα εξουσίας  αμετακίνητο. Το μόνο σταθερό σημείο, η καθαρή γραμμή πλεύσης, πρέπει να είναι η εξυπηρέτηση των κοινών ανθρώπινων αξιών, ο εξανθρωπισμός της εξουσίας που τείνει από τη φύση της να γίνεται πάντοτε αυταρχική και η εξέλιξη των κοινωνικών θεσμών με τρόπο που να διασφαλίζεται η συμμετοχή του πολίτη, αυτής της αρχέγονης μονάδας πάνω στην οποία στηρίζεται ολόκληρο το δημοκρατικό οικοδόμημα.

Γι αυτό οι αρχαίοι έλληνες είχαν καθιερώσει την ισονομία, την ισηγορία, την ισοκρατία. Για να οριοθετήσουν σταθερά τον ρόλο του πολίτη και να περιορίσουν τα μειονεκτήματα που ενδεχομένως επιφέρει η οικονομική του θέση, η οικογενειακή του καταγωγή ή άλλη επίκτητη κοινωνική ή ατομική κατάσταση. Αυτά τα στοιχεία όσο αυτονόητα κι αν φαίνονται, δεν είναι δεδομένα πάντοτε. Δεν είναι μάλλον δεδομένα ποτέ, αφού σε κάθε ιστορική φάση χρειάζονται επαναβεβαίωση, θεωρητική, θεσμική, πρακτική. Αυτά όμως έτσι όπως ίσχυσαν στην χρυσή εποχή της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας, ήταν τόσο ισχυρά και είχαν τέτοια κοινωνική απήχηση που κατάφεραν να δημιουργήσουν πεποιθήσεις, αντιλήψεις, απαράμιλλο σύστημα ιδεών και αξιών που εξύψωσε τον άνθρωπο από υποκείμενο σε πολίτη. Χωρίς να υποβαθμίζονται τα αρνητικά σημεία της εποχής και με γνώμονα το ιστορικό πλαίσιο, σήμερα είναι αποδεκτό ότι αυτό το συγκλονιστικό που έγινε τότε, η επεξεργασία αυτής της έννοιας του ανθρώπου, της κοινωνίας, της Πολιτείας ξεπέρασε όλα τα άλλα προηγούμενα, έκανε την τομή, συνέλαβε έννοιες όπως ο ενεργός πολίτης, η δημόσια αγορά, ο νόμος, η λαϊκή κυριαρχία, το «λόγον διδόναι», η δημοκρατία.

Πέρασαν πολλοί αιώνες μετά τον Ομηρο και τον Περικλή, για να μπορέσει ο Διαφωτισμός, εμπνεόμενος από την αρχαία Αθήνα, να επανέλθει στα βασικά, να αναδείξει τον κριτικό λόγο, να προβάλει νέους θεσμούς, να ανοίξει δρόμους ανεκτής δημοκρατικής συμβίωσης. Οι εξελίξεις ήταν σημαντικές, οι εμπειρίες και τα πισωγυρίσματα γνωστά, η απαγκίστρωση της πολιτικής από τη θρησκεία, η λειτουργία της κοινωνίας των πολιτών, όλα αυτά έγιναν με βάση αυτό το αρχέγονο εννοιολογικό υλικό. Δεν μπορούσαν όμως να λείψουν οι παραμορφώσεις, οι αντιφατικές ερμηνείες, οι παραπλανητικές πολεμικές. Στο πέρασμα των αιώνων οι πολλές σχολές σκέψης, η σύγκρουση θρησκείας και πολιτικής, η εξέλιξη της τεχνολογίας, οι ιδεολογίες, κι αργότερα η επικράτηση της οικονομίας, όλα προσέθεσαν το δικό τους αποτύπωμα στο ανθρώπινο οικοδόμημα. Αν προσθέσει κανείς και τις αδυσώπητες νίκες ή ήττες στα πεδία των μαχών, τα αδιανόητα επιχειρήματα και τα φρικτά βασανιστήρια που ο άνθρωπος χρησιμοποίησε εναντίον του ανθρώπου, τότε το πανόραμα εμφανίζεται αβίαστα.

Δεν μπορούμε βέβαια να διορθώσουμε το παρελθόν, αλλά το μέλλον είναι αβέβαιο και τρομάζει. Κι αυτό που είναι κύριο σήμερα είναι το χειροπιαστό αδιέξοδο της σύγχρονης δημοκρατίας. Θα μπορούσε λοιπόν  να προκύψει μια αναζωογόννηση της δημοκρατίας με βάση το αρχαιοελλληνικό πρότυπο; Χωρίς διαμεσολάβηση άλλων και κυρίως της εμπειρίας της Ρώμης, δηλ. χωρίς ιδεολογικές και θρησκευτικές επιρροές; Είναι εφικτή μια τέτοια επιχείρηση;

Η καθαρή θεωρία απαντά θετικά. Είναι εφικτό να ξαναδούμε τα βασικά, τις γραφές, τις έννοιες, τα νοήματα, τους θεσμούς, χωρίς παραμορφωτικό φακό, χωρίς προκατάληψη και ελεύθεροι από τις παρερμηνείες ιστορικών, φιλοσόφων, αυτοκρατοριών. Μια ομάδα επιστημόνων από πολλά Πανεπιστήμια επιχείρησε να απαντήσει σε κύρια ερωτήματα και επικεντρώθηκε στο θέμα κυρίαρχο θέμα της κριτικής. Η κριτική, ως κύρια διάσταση της δημοκρατικής αρχαιότητας, ως βασικό στοιχείο της ελληνικής σκέψης, η κριτική που τροφοδότησε την νεωτερικότητα και της έδωσε τα εφόδια να κάνει τη ρήξη, να δημιουργήσει την ανοιχτή κοινωνία και να αναδειχθεί ως κάτι το διαφορετικό και πρωτότυπο σε σχέση με τον σκοτεινό μεσαίωνα.

Ο καναδός καθηγητής της φιλοσοφίας Jean-Marc Narbonne  με μια ομάδα συναδέλφων του από διάφορες χώρες,  ξεκίνησε την  μεγάλη επιστημονική προσπάθεια. Και άρχισε τη δημοσιοποίηση των πρώτων σκέψεων με το βιβλίο « Antiquité critique et modernité. Essai sur le rôle de la pensée critique en Occident », éd. Les belles Lettres, Paris 2016. Δεν πρόκειται για απλή προσπάθεια, ούτε για απόπειρα χωρίς σκοπό. Πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα, για επώδυνη σύγκριση, για πρωτότυπη, ρηξικέλευθη σκέψη.

Η αφομοιωτική ικανότητα των αρχαίων ελλήνων, η γόνιμη προσέγγιση εκ μέρους τους των άλλων πολιτισμών, η δύναμη σύνθεσης και ρήξης χωρίς ταμπού, η ισχυρή επιλογή της δημοκρατίας και των εγγυητικών της θεσμών, όλα αυτά είναι θέματα για μια νέα προσέγγιση. Στη σημερινή εποχή, όπου η αμφισβήτηση οδηγεί στην απαισιοδοξία, όπου το συλλογικό όνειρο καταποντίζεται προς όφελος των πάσης φύσεως ατομικών εκφράσεων, ο ζωοποιός πολιτισμός της δημοκρατίας, χωρίς φυλετική ή θρησκευτική βάση, μπορεί να αποτελέσει το νέο έναυσμα. Η έννοια της αποδοχής του άλλου με βάση την παιδεία και τον πολιτισμό κι όχι την φυλετική καταγωγή, αυτό το αθηναϊκό κατόρθωμα που κάνει να φαίνονται ως έλληνες οι «της ημετέρας παιδεύσεως μετέχοντες», μπορεί να οδηγήσει σε νέες σκέψεις κοινωνικής συμβίωσης. Η δημοκρατία έτσι γίνεται μια πυραμίδα με στέρεη βάση, με αξίες, αρχές και νόμους που εκφράζουν την κοινωνία και οδηγούν στην χειραφέτηση του ατόμου, στην οικουμενική αντίληψη της πολιτικής.

Αυτή η άμεση σύνδεση με την αρχαία Ελλάδα, η ευθεία γραμμή, που γίνεται με την κριτική  απόριψη των θεωριών των Hans Blumenberg, Marcel Gauchet και Rémi Brague, οδηγεί στην επανεκτίμηση της μακραίωνης ελληνικής σκέψης με άξονα την δύναμη της κριτικής. Όπως γράφει στην «Le Monde» (11 Μαρτίου 2016)  ο Roger-Pol Droit, «δεν χρειάζεται να προσευχηθούμε σήμερα στην Ακρόπολη, αλλά μπορούμε να επανεκτιμήσουμε την αστείρευτη ελληνική δεξαμενή». Και να ξεδιψάσουμε βέβαια, σε αυτούς τους καιρούς του καταιγισμού δηλώσεων και μηνυμάτων, που μένει ωστόσο εποχή πνευματικής ξηρασίας και ερημοποίησης.

Να ξεδιψάσουμε με σκέψεις και προτάσεις που οδηγούν σε μια άλλη πραγματικότητα, σε ένα άλλο αύριο. Δεν έχει σημασία αν αυτό «το αύριο θα τραγουδά» ή όχι, αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η δημιουργία ελπίδας, προσδοκίας, προοπτικής. Με τρόπους σταθερής και υποχρεωτικής συμμετοχής του πολίτη στα κοινά, με θεσμούς που διασφαλίζουν την άμεση δημοκρατία. Αλλοιώς το χάσμα κοινωνίας και Πολιτείας θα διευρύνεται με απρόβλεπτες συνέπειες. Ισως το ερώτημα της Jaquelline de Romilly βρει μέσω της πολιτικής αναζήτησης μια σύγχρονη πρακτική απάντηση, που βασίζεται στον ελληνικό πολιτισμό και στον ανθρωπισμό, όπως εκείνη έξοχα ανέλυσε. ( Jaquelline de Romilly, « Pourquoi la Grèce ?» éd. de Fallois, Paris 1992)

Μπορούμε να κερδίσουμε χρόνο και να κόψουμε δρόμο; Με δημιουργικό πνεύμα, δηλαδή χωρίς στείρα αρχαιοπληξία και με την ελπίδα που προκαλεί η εφαρμογή μεθόδων και θεσμών που στηρίζονται στον Κλεισθένη; Ενδεικτικά, οι εκλογές, η κλήρωση πολιτών για ορισμένα αξιώματα, το δημοψήφισμα, η δυνατότητα ανάκλησης των αιρετών από το εκλογικό σώμα που τους εκλέγει, όλα αυτά λειτούργησαν σε συνθήκες δημοκρατίας και μάλιστα χωρίς τα σύγχρονα τεχνικά μέσα. Παράλληλα όμως λειτούργησαν θεσμοί που καθιέρωσαν την παιδεία και τον πολιτισμό ως βάθρα της δημοκρατίας και της κοινωνίας, με ευθύνη  της Πολιτείας. Δεν πρόκειται συνεπώς για απλή επιλογή τεχνικών μεθόδων που θα μας ταίριαζαν καλύτερα σήμερα, πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα  που υποδηλώνει επανεξέταση των πάντων. Από το Σύνταγμα μέχρι τον  τρόπο συγκρότησης του δημοσίου ταμείου….Από τις εκλογές μέχρι τη διαμόρφωση της δημόσιας πολιτικής. Από τους νόμους μέχρι τις πρακτικές και τις νοοτροπίες…

Να κόψουμε δρόμο λοιπόν, αξίζει να σκεφτούμε, να προτείνουμε, να επιλέξουμε.