Η αναγκαιότητα της διπλής αλλαγής στην Ελλάδα και στην Ευρώπη

19 Φεβρουαρίου 2014

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ « ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ  ΑΞΙΩΝ »

 

 

 

Η αναγκαιότητα της διπλής αλλαγής στην Ελλάδα και στην Ευρώπη

 

 

Παρέμβαση του Αθ. Θεοδωράκη,

πολιτικού επιστήμονα,

πρώην Αν.  ΓΔ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

Μιλούμε σήμερα για την αναγκαιότητα μιας διπλής αλλαγής, δηλαδή αλλαγής στην Ελλάδα και αλλαγής στην Ευρώπη, στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η κρίση που ζούμε ανέδειξε όλες τις αδυναμίες του συστήματος και κατέδειξε με τον πλέον σαφή τρόπο το αδιέξοδο. Οι παράμετροι για την κάθε πλευρά (Ελλάδα και ΕΕ) είναι βέβαια διαφορετικές, αλλά το αίτημα είναι  ταυτόσημο. Θα έλεγα επιπλέον ότι αυτή η σύμπτωση είναι και ελπιδοφόρα: η αλλαγή σε ένα κράτος-μέλος της ΕΕ, την Ελλάδα,  που βιώνει έντονα την κρίση δεν μπορεί να γίνει χωρίς αλλαγή στην ίδια την ΕΕ. Αλλαγή πολιτικής, αλλαγή στόχων, αλλαγή υποδείγματος.

Ας δούμε πρώτα την ελληνική διάσταση. Η χώρα βιώνει τη βαθιά συστημική κρίση, χωρίς σχέδιο ανασυγκρότησης, δηλαδή χωρίς προοπτική. Η συνταγή της δημοσιονομικής πειθαρχίας και του ελέγχου των μακροοικονομικών μεγεθών δεν δίνει λύση στο κύριο πρόβλημα που είναι αυτό της βιώσιμης ανάπτυξης. Η μείωση του ΑΕΠ κατά 25% και η μείωση των εισοδημάτων κατά 50% οδήγησαν την οικονομία σε βαθιά ύφεση και αύξησαν δραματικά την φτώχεια και την ανεργία. Επενδύσεις δεν γίνονται και οι περίφημες διαρθρωτικές προσαρμογές δεν αποδίδουν. Η πραγματική οικονομία καταρρέει, η παραοικονομία διευρύνεται και στο κοινωνικό επίπεδο τα σύννεφα μαζεύονται απειλητικά. Η κοινωνική έκρηξη δεν αποκλείεται, αφού η απογοήτευση των πολιτών είναι μεγάλη και η ανεπάρκεια της ηγεσίας, εμφανής. Οι μεταρρυθμίσεις είναι απαραίτητες και χρήσιμες, αλλά όταν γίνονται με αποδεκτό ηθικό υπόβαθρο, με κοινωνική συναίνεση, με πνεύμα ισότητας και δικαιοσύνης και κυρίως στη βάση ενός σχεδίου. Η χώρα μπήκε στον πέμπτο χρόνο της κρίσης και καμμιά κυβέρνηση δεν παρουσίασε εθνικό σχέδιο ανάκαμψης, κι εννοώ σχέδιο με προτεραιότητες, με μέσα, με μέθοδο.

Το κύριο πρόβλημά μας είναι σαφώς πολιτικό. Δεν έχουμε το σύστημα διακυβέρνησης που απαιτούν οι κρίσιμες περιστάσεις. Κι αυτό δεν μπορεί να το λύσει καμμιά τρόϊκα, είναι θέμα του κυρίαρχου ελληνικού λαού. Δεν λύνεται επίσης με μια απλή ανακατανομή εδρών, ένα νέο εκλογικό σύστημα, νέες κομματικές ισορροπίες. Χρειαζόμαστε κάτι άλλο, κάτι ελπιδοφόρο,  στην ουσία χρειαζόμαστε ένα νέο μοντέλο, μια νέα ελληνική Πολιτεία. Η Μεταμόρφωση της χώρας πρέπει λοιπόν ν’αρχίσει από την πολιτική. Αυτό που ζούμε σήμερα στον δημόσιο βίο δεν ταιριάζει με τις προσμονές των πολιτών, δεν απαντά στις απαιτήσεις της εποχής.

Πριν λοιπόν τα άκρα γίνουν κυρίαρχα στοιχεία στη συνείδηση των πολιτών, η κοινωνία και η Πολιτεία πρέπει να αντιδράσουν προτείνοντας διέξοδο. Γι αυτό η επανεκκίνηση της πολιτικής είναι βασική προϋπόθεση μεταμόρφωσης της χώρας, ανάκαμψης της οικονομίας σε νέα βάση και ανασύνταξης της κοινωνίας. Χωρίς εθνικό σχέδιο, χωρίς παραγωγική οικονομία, χωρίς αποτελεσματική διοίκηση και χωρίς αξιόπιστους δημοκρατικούς θεσμούς δεν μπορούμε να ελπίζουμε. Χρειαζόμαστε λοιπόν μια άλλη πολιτική, νέα πολιτικά πρότυπα και ένα άλλο επίπεδο προσωπικής και συλλογικής συμπεριφοράς. Μια άλλη σχέση της πολιτικής με την κοινωνία και μια άλλη σχέση του πολίτη με το κράτος. Δεν μπορούμε σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία να συνεχίσουμε με αυτόν τον αυτοκαταστροφικό τρόπο. Η χώρα χρειάζεται τώρα ένα νέο ξεκίνημα κι αυτό προϋποθέτει αρχές και αξίες, αλλά και κάθαρση, δικαιοσύνη, δημιουργικότητα, ανθρωπιά και αξιοπρέπεια.

Ας έρθουμε τώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η πορεία της Ευρώπης είναι σήμερα αβέβαιη. Η παγκοσμιοποίηση στην οποία και η ίδια συνέβαλε, εξελίσσεται υπέρ των αναδυομένων και ασιατικών κυρίως οικονομιών, ενώ η οικονομική κρίση οδηγεί στην καταστροφή του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους. Τόσο για εξωτερικούς όσο και για εσωτερικούς λόγους (ατελής ΟΝΕ, εμμονή στην πολιτική λιτότητας, ανεργία, ανεξέλεγκτη μετανάστευση, ασύμμετρη ανάπτυξη, κοκ) η ΕΕ μπήκε σε μια δύσκολη φάση της ιστορίας της. Ενόψει των ευρωεκλογών του 2014 ο δημόσιος διάλογος θα πρέπει να δώσει απαντήσεις και λύσεις σε μια σειρά ζητημάτων, όπως:

-Το οικονομικό μοντέλο ζητά αναθεώρηση, η λογική του άκρατου ανταγωνισμού οδηγεί στον περιορισμό του κράτους πρόνοιας, στη μαζική ανεργία, στη διάλυση της μεσαίας τάξης. Ο κίνδυνος της κοινωνικής έκρηξης είναι υπαρκτός, παρά τις διαφοροποιήσεις κατά χώρα.

-Το θεσμικό οικοδόμημα της ΕΕ δεν μπορεί  να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις. Ο διάλογος μεταξύ των οργάνων και των κρατών-μελών είναι δύσκολος και κυρίως οι αποφάσεις λαμβάνονται μακριά από τον πολίτη. Δεν πρόκειται μόνο για το γνωστό «δημοκρατικό έλλειμμα», οι όροι του παιχνιδιού χρειάζονται επανεξέταση.

-Ο κοινοτικός προϋπολογισμός δεν έχει την κρίσιμη δύναμη αναδιανομής για την κάλυψη των εσωτερικών ανισορροπιών, οι όροι εμπορίου και συναλλαγών στην ενιαία αγορά λειτουργούν υπέρ των ισχυρών οικονομιών και οι αποκλίσεις μεταξύ Βορρά-Νότου αυξάνονται.

-Τα σχέδια για τραπεζική ενοποίηση απαντούν σε ζητήματα ελέγχου του υπάρχοντος συστήματος και δεν στοχεύουν σε μια νέα, λειτουργική κατεύθυνση της ΕΕ. Ο ρόλος των χρηματοπιστωτικών θεσμών και των τραπεζών χρήζει αναθεώρησης, με πρώτο θέμα την ΕΚΤ που δεν υπόκειται  σήμερα σε κανέναν ουσιαστικό δημοκρατικό έλεγχο.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι πολιτικές τάσεις είναι σαφείς: ευρω-σκεπτικισμός, άνοδος των εθνικισμών, αύξηση των νεοφασιστικών κινημάτων, τάσεις διάλυσης των κοινών πολιτικών, προσφυγή στις ιδιωτικοποιήσεις και στα Μνημόνια, μετεγκατάσταση επιχειρήσεων και κεφαλαίων σε χώρες που έχουν χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές εντός και εκτός ΕΕ. Πώς μπορεί να σκεφτεί  κανείς μια πειστική αλλαγή του τοπίου;

Η ΕΕ χρειάζεται σήμερα μια ριζική αναθεώρηση τόσο της λειτουργίας, όσο και των στόχων της. Παραδόξως, χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη, αλλά χρειαζόμαστε μια άλλη Ευρώπη. Μια Ευρώπη που θα απαντά στις προκλήσεις της εποχής:μετανάστευση, δημογραφικό, ανεργία, επιχειρηματικότητα και πραγματική οικονομία, σύγκλιση των οικονομιών, κοινωνική συνοχή, νέα εργαλεία οικονομικής παρέμβασης. Κι όλα αυτά σημαίνουν ανοιχτή συζήτηση γι αυτό που ηθελημένα ξεχάστηκε, την πολιτική ενοποίηση. Η οικονομική ενοποίηση, είναι λειψή, έφτασε το αποκορύφωμά της και τώρα οπισθοχωρεί: η κρίση κατέδειξε ότι η ΕΕ δεν ήταν έτοιμη για δύσκολες αποφάσεις, δεν είχε τις κατάλληλες πολιτικές ή τα εργαλεία και δεν είχε κυρίως την πολιτική βούληση. Νομίζει ότι κερδίζει χρόνο, με την αδράνεια, αλλά η κρίση προχωρά ακάθεκτη.

Αφού είναι αναγκαία σήμερα  μια αλλαγή πλεύσης τότε χρειάζεται ένας γνήσιος ευρω-ριζοσπαστισμός (euro-radicalisme) και  η ευκαιρία των ευρω-εκλογών είναι μοναδική. Τα κόμματα αλλά και οι πολίτες, τα κράτη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να αρχίσουν έναν έντονο, ειλικρινή διάλογο πάνω  στα ουσιαστικά θέματα. Δεν αναφέρομαι στα γνωστά άψυχα διαφημιστικά, τεχνοκρατικά και ανούσια σποτ. Οι πολίτες θέλουν διάλογο ουσίας, επιχειρήματα, προτάσεις, λύσεις. Τα κόμματα σε εθνικό επίπεδο, αλλά και στο πανευρωπαϊκό φόρουμ πρέπει να αντιληφθούν και να εκφράσουν τη νέα πραγματικότητα. Με την έννοια αυτή ο ευρω-ριζοσπαστισμός, αν είναι αυθεντικός, ειλικρινής, θα είναι ανάχωμα στον ευρω-σκεπτικισμό, στην ευρω-απαισιοδοξία, στην ευρω-κρίση. Αρκεί να υπάρχει βούληση, πολιτική γενναιότητα, κοινοτική αλληλεγγύη και κοινωνική ευαισθησία.

Θεωρώ ότι η αναγκαιότητα προώθησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως απάντησης στην βαθιά και συστημική κρίση είναι πασιφανής, υπό τον όρο της πολιτικής ενοποίησης. Το ζήτημα σήμερα  είναι να δημιουργηθεί μια άλλη Ευρώπη, αφού το υπάρχον οικοδόμημα δεν έχει απάντηση, δεν πείθει, δεν παράγει  πλέον πολιτική. Εκφράζει μια κατάσταση πραγμάτων, ακολουθεί μια ξεπερασμένη αντίληψη, αλλά δεν έχει προοπτική. Το εύρος της  οικονομικής κρίσης ανέδειξε την ανάγκη ουσιαστικής αλλαγής των ρόλων ανάμεσα στο κράτος και στις αγορές, ανάμεσα στην ίδια την ΕΕ και τα κράτη-μέλη,στους θεσμούς  και τις πολιτικές της.

Η οικονομική κρίση ανέδειξε επίσης κι ένα νέο, πολιτικής φύσεως,  ευρωπαϊκό έλλειμα: η «κοινοτική μέθοδος» έχει εγκαταλειφθεί στην πράξη, οδηγούμαστε προς μια «μετα-κοινοτική» Ευρώπη, με  λειτουργία  πολλαπλών  ταχυτήτων και τη δημιουργία διαφορετικών κύκλων. Εχει όμως νόημα για τους πολίτες που βιώνουν την ανεργία, την ανασφάλεια, την απογοήτευση να συνεχισθούν οι σημερινές πολιτικές; Δεν πρέπει να τεθούν στο νέο ευρω-κοινοβούλιο θέματα ουσίας, όπως είναι το νέο οικονομικό μοντέλο, οι ισότιμοι όροι ανάπτυξης, η διασφάλιση πρόσβασης στα δημόσια αγαθά, οι κοινωνικές επιπτώσεις της πολιτική της λιτότητας και των Μνημονίων;

Ενόψει των ευρωεκλογών του 2014, ας ανοίξει κι εδώ ένας διάλογος ουσίας, για το ποιά Ευρώπη θέλουμε, ποιά Ευρώπη προτείνουμε. Αυτό που έχει τώρα σημασία είναι η υπέρβαση της κρίσης, κι αυτό απατεί τη σύλληψη ενός νέου μοντέλου της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Μιας ενοποίησης που είτε θα είναι πολιτική, είτε δεν θα υπάρξει. Γι αυτό θεωρώ ότι χρειάζεται μια νέα ισορροπία ανάμεσα στο κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα και τα κράτη-έθνη. Αν το νέο ζητούμενο είναι η πολιτική εμβάθυνση και ενοποίηση της ΕΕ κι όχι η ατέρμονη διεύρυνση ως φυγή προς το άγνωστο, αυτό μας οδηγεί σε μια Πολιτική Ενωση, σε μια «νέου τύπου ευρωπαϊκή ομοσπονδία των κρατών-εθνών», (Ζακ Ντελόρ). Μια νέα σχέση μεταξύ μας, ένα νέο αποτελεσματικό και λειτουργικό μοντέλο πρέπει να προκύψει, ώστε το ισχυρό κοινοτικό οικοδόμημα να στηρίζεται πρωτίστως στα ίδια τα δημοκρατικά κράτη-έθνη που το απαρτίζουν. Να τα εκφράζει αλλά και να αντλεί από αυτά γενεσιουργό δύναμη. Να τα στηρίζει στο νέο τους ρόλο και όχι να επιζητεί την υπέρβασή τους. Δεν πρόκειται για επιστροφή στο κράτος-έθνος. Ούτε πρόκειται για δημιουργία υπερκράτους, η Ευρώπη εξάλλου δεν θα γίνει ποτέ ένα υπερκράτος που θα αφομοιώσει και θα εξαφανίσει τα μικρά ή μεγάλα, περήφανα όμως, ιστορικά, έθνη της. Η νέα Ευρώπη πρέπει να στηριχθεί ταυτόχρονα στα κράτη-έθνη και στους ευρωπαίους πολίτες, να στηριχθεί σε αυτούς που πραγματικά και βιωματικά συμμετέχουν, για να ενδυναμωθεί τόσο προς τα έξω (με κοινή άμυνα, με κοινή εξωτερική πολιτική), όσο και προς τα μέσα (ποιότητα ζωής με στροφή στον άνθρωπο, στήριξη της  πραγματικής οικονομίας, μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα). Αυτή η επιλογή σημαίνει και εξεύρεση των μέσων, δηλαδή ομοσπονδιακό προϋπολογισμό με ισχυρές αναδιανεμητικές πολιτικές.

Χρειάζεται λοιπόν μια νέα μέθοδος, μια νέα λογική. Το νέο σχήμα θα είναι μια Πολιτική Ενωση, θα εκφράζει έναν ενεργό «εθνο-ευρωπαϊσμό» και όχι τον υφέρποντα «εθνο-μηδενισμό». Εδώ  το πολιτικό στοιχείο θα είναι καθαρό και κυρίαρχο: Ευρωπαϊκή Πολιτική Ένωση, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ουσιαστικές αρμοδιότητες, Ευρωπαϊκή Επιτροπή με ρόλο κεντρικής κυβέρνησης, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για χάραξη στρατηγικών επιλογών και ενεργοί ευρωπαίοι πολίτες με αποφασιστικό ρόλο (τοπικές, εθνικές, ευρωπαϊκές εκλογές, γενικά και ειδικά δημοψηφίσματα, πρωτοβουλίες, αναφορές). Η νέα έννοια της κυριαρχίας θα είναι διττή και συμμετοχική, θα αφορά τόσο το εθνικό όσο και το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει με τη δημοκρατία: τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν νοείται υποχώρηση της δημοκρατίας, όπως είδαμε να γίνεται στη διάρκεια της κρίσης (έκθεση DEMOS). Η ολοκλήρωση με βάση την αγορά απέτυχε, η πολιτική έχει πλέον τον λόγο.

Η κρίση που ζούμε είναι πράγματι ευκαιρία που πρέπει αξιοποιήσουμε για να βγούμε σε μια άλλη λεωφόρο. Να βάλουμε το άλογο μπροστά από το κάρο. Να δημιουργήσουμε νέες δυναμικές, μια νέα σύνθεση και μια βιώσιμη οικονομία, χωρίς την παγίδα του δογματικού ανταγωνισμού. Ζητείται μια νέα σχέση της πολιτικής με την οικονομία, με την κοινωνία, μια νέα σχέση του πολίτη με το κράτος και με την ΕΕ. Η Ευρώπη χρειάζεται τώρα μια νέα δυναμική και όχι γραφειοκρατική μέθοδο λειτουργίας, χρειάζεται δηλαδή την πολιτική, αφού η επιστροφή της πολιτικής στη δημόσια σφαίρα είναι προϋπόθεση υπέρβασης του αδιεξόδου. Το νέο όραμα, αυτό του «ευρωπαϊκού κοινωνικού συμβολαίου» ( Ulrich Beck) είναι υπό εκκόλαψη και πάνω σε αυτό θα χτιστεί η νέα Ευρώπη. Θα προσέθετα εδώ και το πολιτικό στοιχείο, δηλαδή το νέο «ευρωπαϊκό πολιτικό και κοινωνικό συμβόλαιο». Αυτό θα είναι το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, μια βιώσιμη οικονομία σε μια βιώσιμη ευρωπαϊκή δημοκρατία, όπου τα κράτη και οι πολίτες θα έχουν λόγο.

Ο έλεγχος της κρίσης, η δημιουργία νέου θεσμικού πλαισίου, οι νέες προτεραιότητες, η επιστροφή της πολιτικής, όλα αυτά αφορούν ταυτόχρονα την Ελλάδα και την Ευρώπη. Με την έννοια αυτή αναπόφευκτα η αλλαγή θα είναι διπλή. Δεν γίνεται σήμερα διαφορετικά, κράτη-μέλη και ΕΕ, ειδικά στην ευρωζώνη, είμαστε αλληλοεξαρτώμενοι. Θα προχωρήσουμε μαζύ, αλλά ως ισότιμοι εταίροι, αυτή είναι η μοίρα μας κι αυτή είναι  και η επιλογή μας. Η Ελλάδα, που θυσιάστηκε πολλές φορές στη ιστορία, για την Ευρώπη, έχει εδώ τον ρόλο της. Η πολιτική, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η κοινωνία, ο πολίτης, όλα αυτά χρειάζονται εκ νέου εμβάπτιση στην ελληνική φιλοσοφία, στον ελληνικό πολιτισμό. H κρίση θα οδηγήσει στην αλλαγή πολιτικής, η σημερινή ελληνική τραγωδία θα αναδείξει μια νέα Ελλάδα και μια νέα Ευρώπη.

Μπορούμε να δημιουργήσουμε αυτή την άλλη Ευρώπη, μπορούμε να ελπίζουμε σε ένα καλύτερο αύριο. Η πολιτική επιστρέφει, η δημοκρατία δυναμώνει. Η οικονομία και οι αγορές απέτυχαν σε ό,τι αφορά την ευρωπαϊκή ενοποίηση, η πολιτική έχει πλέον τον λόγο. Για μια ριζική επαναδιατύπωση του ευρωπαϊκού σχεδίου, για την Πολιτική Ενωση της Ευρώπης.