Φορολόγηση αγροτών

Προτεραιότητα στον παραγωγό…

 

του

Αθανασίου Θεοδωράκη

πολιτικού επιστήμονα

 

Το θέμα της φορολόγησης των αγροτών αναδεικνύεται σε μείζον ζήτημα κι όχι μόνο για οικονομικούς λόγους. Επισημαίνω δέκα σημεία για τον δημόσιο διάλογο με βάση την σημερινή συγκυρία και πραγματικότητα. Ως βάση του γενικού συλλογισμού λαμβάνεται η επείγουσα ανάγκη προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος που προέρχεται από εν γένει άσκηση αγροτικής δραστηριότητας, στα πλαίσια της συνταγματικής αρχής που επιτάσσει την ισότιμη συμμετοχή των πολιτών στα φορολογικά βάρη. Παράλληλα λαμβάνονται υπόψη τις ισχυρές δεσμεύσεις στα πλαίσια της  ΚΑΠ.

  1. Κατ’αρχήν πρέπει να γίνει σαφές ότι η ελληνική Πολιτεία και η ΕΕ έχουν προσδιορίσει σε διαδοχικές φάσεις τα κριτήρια της αγροτικής ιδιότητας είτε μέσω των κοινοτικών επιδοτήσεων, είτε μέσω της φορολογικής πολιτικής. Υπάρχουν έτσι σήμερα αρκετοί ορισμοί του αγρότη/γεωργού, συχνά αντιφατικοί και επικαλυπτόμενοι, που βρίσκονται σε Νόμους, Κανονισμούς, Οδηγίες, αλλά και σε ερμηνευτικές Εγκυκλίους και Υπουργικές αποφάσεις.
  2. Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της ΕΕ, είναι η παλαιότερη κοινοτική πολιτκή και ορίζει, εδώ και πολλές δεκαετίες, τα ισχύοντα στον τομέα της αγροτικής πολιτικής, επηρεάζοντας σαφώς το αγροτικό εισόδημα και κατευθύνοντας την παραγωγή, μέσω των διαφόρων ενισχύσεων και προγραμμάτων. Η ενίσχυση στην παραγωγή, υπό μορφή άμεση ή έμμεση, αφορά όλα τα κράτη-μέλη και καλύπτει τις σημαντικότερες αγροτικές δραστηριότητες. Αυτή η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική διαμόρφωσε ένα ξεχωριστό και αρκετά γραφειοκρατικό θεσμικό πλαίσιο κι ένα ισχυρό οικονομικό πλέγμα, που εξυπηρετεί πέραν του αγρο-διατροφικού τομέα κι άλλες κοινωνικές ανάγκες (π.χ. έργα υποδομών, περιβάλλον).

3.Η εθνική νομοθεσία συνήθως ακολουθεί την ΕΕ και είναι εφαρμοστική των κοινοτικών κανονισμών, ενώ σε κάθε κανονισμό υπάρχει η γνωστή φράση «τα κράτος-μέλος δύναται….». Αυτό σημαίνει ότι το κάθε κράτος έχει την δυνατότητα χρήσης μιας μορφής ευελιξίας στην εφαρμογή των κανονισμών  κι αυτό σημαίνει αποκλίσεις από κράτος σε κράτος, ανάλογα με τις προτεραιότητες και τις επιλογές του. Η φορολογική πολιτική είναι εν πολλοίς υπόθεση των εθνικών κυβερνήσεων κι έτσι εξηγούνται οι διαφορετικές προσεγγίσεις, οι διαφοροποιήσεις σε ό,τι αφορά ορισμούς όπως το κατώτατο εισόδημα, το «κατώφλι της φτώχειας», το ύψος του αφορολόγητου εισοδήματος, οι συντελεστές φορολογίας, οι επιστροφές φόρων, κοκ.

  1. Η έννοια της επιχείρησης όπως εξελίχθηκε μέχρι σήμερα, δεν αφορά τις αμιγώς αγροτικές επιχειρήσεις, αφού η κοινοτική και εθνική νομοθεσία, για λόγους γενικότερου συμφέροντος θεωρούν ότι η αγροτική δραστηριότητα (ρυθμίσεις, αδειοδοτήσεις, έλεγχοι, «ιστορικά δικαιώματα» για επιδοτήσεις, ρυθμίσεις και παρεμβάσεις στην αγορά, κίνητρα, πρόστιμα, κοκ) λειτουργεί ως ένα αυτοτελές «ειδικό καθεστώς». Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το καθεστώς αυτό δημιούργησε στην πράξη ένα «ειδικό επάγγελμα» και γι’ αυτό η φορολογική του αντιμετώπιση δεν πρέπει να εδράζεται σε μια γενική οριζόντια βάση αύξησης των εσόδων, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η γενικότερη λογική και η σκοπιμότητα της αγροτικής δραστηριότητας.

5.Λόγω των ειδικών αναγκών και της ανάγκης αυστηρού ελέγχου των κοινοτικών πόρων, οι προσδιορισμοί αλλάζουν συχνά με κάθε νέο κανονισμό ή νόμο και εισάγουν στοιχεία που δεν απαντώνται σε άλλα επαγγέλματα, κατηγορίες ή ενασχολήσεις: π.χ. κατά κύριο ή αποκλειστικό επάγγελμα αγρότης, ελάχιστος χρόνος απασχόλησης εντός της εκμετάλλευσης, εργατοώρες απασχόλησης ανάλογα με την δραστηριότητα, περιορισμοί άσκησης δραστηριότητας στον χώρο της Κοινότητας ή του Δήμου, αγροτικό εισόδημα από ετεροεπαγγελματίες, εισόδημα από ενοικίαση γης, ετήσιες δηλώσεις ΟΣΔΕ με ταυτοποιήσεις κτημάτων και σύστημα ελέγχου των ζώων, κλπ. Ο Υπουργός Γεωργίας καθορίζει εξάλλου με απόφασή του το ποσοστό του ετήσιου χρόνου απασχόλησης στη γεωργία ανά προϊόν και ανά καλλιεργούμενη έκταση. Ο χρόνος αυτός μεταφράζεται από τον ΟΠΕΚΕΠΕ με βάση την ετήσια δήλωση ΟΣΔΕ σε «δικαιώματα», μέσα από ένα δαιδαλώδες σύστημα που μόνο οι πολύ ειδικοί κατανοούν. Η ανάγκη συμπερίληψης της οικογενειακής διάστασης, αφού από τη φύση της η αγροτική δραστηριότητα εμπλέκει συχνά ολόκληρη την οικογένεια (π.χ. θερμοκήπιο, κτηνοτροφία) καθιστά το εγχείρημα δυσκολότερο.

  1. Η ανάγκη ακριβούς προσδιορισμού του αγροτικού εισοδήματος, όχι απλά του τεκμαρτού, και ειδικά των καθαρών κερδών που προκύπτουν μετά τον συμψηφισμό εσόδων-εξόδων και κατ’επέκταση η δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών μεταξύ των πολιτών, πρέπει να λάβει υπόψη της πέραν των ανωτέρω και τους φυσικούς περιορισμούς της αγροτικής δραστηριότητας: τα στοιχεία της φύσης δεν ελέγχονται, οι παραγωγοί είναι εκτεθειμένοι καθημερινά σε πολλούς κινδύνους που δεν καλύπτονται από τον ΕΛΓΑ στο σύνολό τους και γι’ αυτούς τους λόγους, ειδικά στις δυσπρόσιτες ή μειονεκτικές από πλευράς πρόσβασης περιοχές, η ΕΕ και η Πολιτεία έχουν θεσπίσει ειδικές ενισχύσεις οι οποίες δεν αποτελούν κλασσική περίπτωση εισοδήματος. Πρόκειται για ενισχύσεις εγκατάστασης, διαβίωσης, συντήρησης του χώρου και αποφυγής της ερήμωσης του τόπου, αφού η αγροτική δραστηριότητα είναι πολυδιάστατη.
  2. Η αγορά από τη φύση της, εθνική ή διεθνής, δεν μπορεί εγγυηθεί το αγροτικό εισόδημα. Οι τιμές των βασικών προϊόντων είναι συνάρτηση αφενός των καιρικών συνθηκών και αφετέρου αποτέλεσμα προσφοράς και ζήτησης ή διαπραγμάτευσης των αγαθών στα διεθνή χρηματιστήρια ή στις διάφορες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες. Ορθώς λοιπόν η ΕΕ έχει προβλέψει ενισχύσεις υπέρ της αγροτικής δραστηριότητας. Η κοινωνία και η οικονομία χρειάζονται αγροτικά προϊόντα σε σταθερή βάση, προϊόντα πολλά και καλής ποιότητας, γι’ αυτό και υπάρχουν τα κοινοτικά Ταμεία παρέμβασης και υποδομών ώστε να λειτουργεί ομαλά το σύστημα μέσω των κινήτρων, τουλάχιστον για τους μικρούς και μεσαίους παραγωγούς. Στην πράξη βέβαια υπάρχουν στρεβλώσεις, λάθη, προβλήματα και καταστροφές. Οι μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις είναι προσανατολισμένες στην αγορά και τις εξαγωγές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν κάνουν κι αυτές χρήση των επιδοτήσεων. Η φθίνουσα πορεία της αγροτικής οικονομίας, η μεγάλη μείωση του αριθμού των απασχολουμένων και η κοινωνική απαξίωση του αγρότη είναι σημεία που αποδεικνύουν τις εγγενείς δυσκολίες της ενασχόλησης στην ύπαιθρο, πράγμα που αντανακλάται και στις προτιμήσεις των νέων σχετικά με τον επαγγελματικό προσανατολισμό.
  3. Για τους λόγους αυτούς θεωρώ ότι οι αγρότες είναι κυρίως παραγωγοί προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά δεν είναι ούτε κατά νόμο, ούτε και στην πράξη ελεύθεροι επαγγελματίες ή επιτηδευματίες και γι’ αυτό δεν πρέπει να εξομοιωθούν φορολογικά αυτούς. Οι κοινοτικές και οι εθνικές ρυθμίσεις είναι ειδικές, λεπτομερείς και αυστηρές κι επομένως ο αγρότης δεν έχει την δυνατότητα επιλογής και την ελευθερία κινήσεων του ελεύθερου επιχειρηματία ή επιτηδευματία κατά το κοινοτικό και εθνικό, αστικό και εμπορικό δίκαιο. Υπάρχουν αυστηροί περιορισμοί στις καλλιέργειες, απαιτούνται ειδικές άδειες καλλιεργειών ή κτηνοτροφίας, υπάρχουν οι ΚΟΑ που θέτουν όρια στη δραστηριότητα, π.χ. οι αμπελοκαλλιέργειες και γι’ αυτό θα πρέπει να υπάρχουν ειδικές φορολογικές ρυθμίσεις για τους αγρότες-παραγωγούς στη βάση της αρχής της αναλογικότητας και με σεβασμό των κοινοτικών προβλέψεων και πρακτικών. Η νομολογία του ΔΕΚ δεν συνηγορεί βεβαίως υπέρ της εξαίρεσης των αγροτών από τις εθνικές φορολογικές ρυθμίσεις, αλλά πρέπει όμως να αποφευχθούν μέτρα που αφενός υποσκάπτουν την έννοια του παραγωγού κι αφετέρου οδηγούν σε περαιτέρω μείωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων σε σχέση με τους εταίρους μας στην ΕΕ.
  4. Τούτων δοθέντων η αγορά ή πώληση αγροτικού προϊόντος πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται από ένα επίσημο παραστατικό (τιμολόγιο πώλησης ή αγοράς), αφού το τεκμαρτό εισόδημα είναι και ανεπαρκές και άδικο. Η φοροδιαφυγή οργιάζει τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην επαρχία και πρέπει να τεθεί φραγμός στις σημερινές πρακτικές της γενικής ανομίας. Ο έλεγχος και η απόδοση ενός εκλογικευμένου ΦΠΑ είναι κεντρικό ζήτημα της σύγχρονης οικονομικής ζωής και θα πρέπει όλοι οι πολίτες να είναι συνεπείς, οι δε παραβάτες να υφίστανται τις συνέπειες. Αφού η ετήσια δήλωση εισοδήματος του αγρότη-παραγωγού βασίζεται πλέον σε αποδείξεις, τιμολόγια, συμβόλαια, βεβαιώσεις ενισχύσεων, ΟΣΔΕ, κοκ, η δημόσια πολιτική έχει σήμερα όλα εκείνα τα στοιχεία που της επιτρέπουν να λειτουργεί δίκαια, συνεκτικά και αποτελεσματικά.

Ετσι οι επενδύσεις του αγρότη σε ακίνητα ή μηχανήματα πρέπει να λαμβάνονται διαχρονικά υπόψη εκ μέρους της φορολογικής αρχής, ενώ η μεταποίηση προϊόντων εκ μέρους του παραγωγού και ειδικά η οικοτεχνία πρέπει να τύχουν ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης, ιδιαίτερα σε μια χώρα που θέλει να συνδέσει τον τουρισμό με την αγροτική παραγωγή και την πολιτιστική και γαστρονομική της παράδοση. Γι’ αυτό είναι απείρως προτιμότερο και αποδοτικότερο να εστιάσουμε σήμερα στην καταπολέμηση της αγροτικής φοροδιαφυγής μέσω της καταβολής και απόδοσης του ΦΠΑ και στην προοδευτική φορολόγηση των καθαρών κερδών, εστιάζοντας κυρίως στις αγροτικές επιχειρήσεις, στο εμπόριο αγροτικών προϊόντων (π.χ. ένα κιλό χύμα κρασί φεύγει από τον παραγωγό στην τιμή του 1 ευρώ και στην ταβέρνα χρεώνεται …10 ευρώ το κιλό) και θέτοντας ένα λογικό αφορολόγητο όριο για τους μικρούς παραγωγούς. Προτείνω γι’ αυτό τη σύνταξη ενός «Κώδικα φορολογίας αγροτικού εισοδήματος», ώστε να καλύπτονται με σαφήνεια όλες οι περιπτώσεις και να διασφαλίζεται η σταθερότητα των οικονομικών και επενδυτικών δραστηριοτήτων.

  1. Συμπερασματικά θεωρώ ότι τα φορολογικά μέτρα στον αγροτικό χώρο θα πρέπει να είναι εργαλείο και συνάρτηση μιας συγκροτημένης και συνεκτικής δημόσιας πολιτικής που σήμερα δεν υπάρχει. Αυτή η νέα πολιτική θα αποσκοπεί στην ριζική αλλαγή των όρων άσκησης αγροτικής δραστηριότητας, με άμεσο εξορθολογισμό των υφισταμένων ρυθμίσεων, επανεξέταση όλων των επιστροφών αλλά και των παρακρατήσεων, κλπ, τόνωση της αγροτικής επιχειρηματικότητας και της οικογενειακής εκμετάλλευσης, ώστε η χώρα μας να αξιοποιήσει με επιτυχία τα εκπληκτικά συγκριτικά της πλεονεκτήματα.

Μελέτες και προτάσεις υπάρχουν, τόσο για τη συμβατική όσο και για τη βιολογική γεωργία, αλλά αυτό που λείπει είναι η βούληση για ορθολογισμό και διαμόρφωση εθνικής πολιτικής αγροτικής ανάπτυξης. Η παραγωγή, η μεταποίηση, το σύστημα των αγρο-συνεργειών, η ποιότητα, οι εξαγωγές, η κοινωνική ασφάλιση, οι επενδύσεις, οι επιδοτήσεις, ο ΟΓΑ, ο ΕΛΓΑ, οι συντάξεις, κοκ, όλα αυτά είναι στοιχεία για μια συνεκτική πολιτική που θα καλύπτει σαφώς και τη φορολογική πτυχή. Το ζητούμενο είναι η νέα αυτή πολιτική, να λειτουργεί με τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό, ώστε να επιβιώσει και να προκόψει ο πρωτογενής τομέας για να αντισταθεί η χώρα στην κρίση. Διαφορετικά η φθίνουσα πορεία του χώρου θα συνεχιστεί και οι συνέπειες για την εθνική οικονομία θα είναι δυσβάστακτες.

Η πολιτική πρέπει συνεπώς τώρα να παρέμβει. Προτείνω να συνέλθει άμεσα το Εθνικό Συμβούλιο Αγροτικής Πολιτικής, με συμμετοχή όμως και των εκπροσώπων των παραγωγών, για να συντάξει σχετικό πόρισμα και να προτείνει νέες κατευθύνσεις. Το πόρισμα αυτό να σταλεί στη νέα Βουλή, όπου θα πρέπει να συσταθεί άμεσα μια διακομματική επιτροπή για σύνταξη έκθεσης και διατύπωση προτάσεων σχετικά με το μέλλον της εθνικής αγροτικής παραγωγής. Ολα τα άλλα, εννοώ και τα φορολογικά, θα ακολουθήσουν. Τα μερεμέτια είναι επικίνδυνα, τα λόγια τέλειωσαν, ήρθε η ώρα της πράξης. Η νέα ΚΑΠ αφήνει πολλά περιθώρια σε κάθε κράτος μέλος στην εφαρμογή της πολιτικής, υπάρχει συνεπώς χώρος και χρόνος για εθνικό σχεδιασμό και καθορισμό προτεραιοτήτων. Τώρα όμως και πριν είναι αργά.