Σε ποιούς τομείς θα στηριχθεί η ανάπτυξη;

Πίσω στο χωριό  2Σε ποιούς τομείς θα στηριχθεί η ανάπτυξη;

του Αθανασίου  Θεοδωράκη

πολιτικού επιστήμονα

συγγραφέα του βιβλίου «Πίσω στο χωριό….Η απάντηση στην κρίση είναι η αγροτική παραγωγή», εκδόσεις Λιβάνη

Παρά τα σημαντικά προβλήματα της χώρας δεν έχει γίνει ο καθορισμός των τομέων προτεραιότητας στους οποίους θα στηριχθεί η Ελλάδα για τα επόμενα δέκα χρόνια. Οι αλλεπάλληλες κυβερνήσεις ζουν υπό το άγχος των μέτρων του Μνημονίου, οι παραγωγικές τάξεις προωθούν κυρίως τα συντεχνιακά τους συμφέροντα, οι συνδιακαλιστικές οργανώσεις αγωνίζονται για τα πάλαι ποτέ κεκτημένα και η κρίση βυθίζει την κοινωνία ανεργία και μαρασμό.

Κι όμως πρέπει να καθορίσουμε ως κράτος και ως κοινωνία, νέες προτεραιότητες, εφικτούς στόχους, ρεαλιστικό πρόγραμμα δράσης. Ο κόσμος που ζούμε είναι ασταθής, οι ισορροπίες που γνωρίζαμε έχουν αλλάξει, τα μέλλον θα εξαρτηθεί εν πολλοίς από τις δικές μας ενέργειες. Να δούμε άμεσα πού μπορούμε καλύτερα, ποιά είναι τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, πώς θα δράσουμε έξυπνα για να βελτιώσουμε διεθνώς τη θέση μας.

Αν διαβάσει κανείς τις πρόσφατες μελέτες σχετικά με τις δυνατότητες ανάπτυξης της χώρας και αντιμετώπισης της κρίσης, παρατηρεί δύο κυρίως πράγματα: μια συχνή αναφορά στον αγροτικό τομέα και ταυτόχρονα, μια έλλειψη εξειδίκευσης των προτάσεων. Αναγνωρίζονται, συχνά, οι μεγάλες δυνατότητες του τομέα, αλλά όταν πάμε στην εξειδίκευση των προτάσεων η αμηχανία είναι εμφανής.

Τόσο οι έλληνες ειδικοί όσο και οι εκπρόσωποι των επαγγελματικών αγροτικών οργανώσεων, σε εθνικό ή κλαδικό επίπεδο, κάνουν σωστές εκτιμήσεις και προτάσεις. Τι λείπει τελικά; Λείπει ένα συνολικό εθνικό σχέδιο, μια στρατηγική για το τι θέλουμε, τι μπορούμε και πώς θα δράσουμε.

Δεδομένης όμως της κατάστασης της οικονομίας και των ζοφερών προβλέψεων για περαιτέρω ύφεση, τίθεται ένα ζήτημα επιλογών. Σε ποιούς τομείς και ποιους κλάδους μπορεί να στηριχθεί η ελληνική οικονομία; Ο τομέας των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένου και του τουρισμού έχει σοβαρά προβλήματα, η βιομηχανία και η οικοδομή αντίστοιχα υποφέρουν, το εμπόριο πάσχει, ο Δημόσιος τομέας είναι υπό συνεχή συρρίκνωση και η ανεργία μέσα σε αυτές τις συνθήκες αυξάνει. Γι αυτό και επιβάλλεται επανεκτίμηση των δυνατοτήτων και ιεράρχηση των τομέων που παρουσιάζουν πράγματι δυνατότητες επενδύσεων, ικανότητες παραγωγής και απορρόφησης ανέργων με τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Ο βασικός τομέας που παρουσιάζει σήμερα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ο αγροτικός τομέας γιατί αυτός ο τομέας ταυτίζεται με την πραγματική μας οικονομία.

Ο αγροτικός τομέας από τη φύση του και την εκτεταμένη παρουσία του στην ενδοχώρα παρουσιάζει επιπλέον υψηλό δείκτη συνέργειας με άλλους κλάδους και τομείς της πραγματικής οικονομίας: μεταποίηση, εξαγωγές, τουρισμός, εστίαση, τοπικό εμπόριο, κοκ. Όλοι αυτοί οι τομείς συνδέονται με τον αγροτικό χώρο, επηρεάζονται από τις δραστηριότητές του, εξαρτώνται από τις πρώτες ύλες του (δημητριακά, φρούτα, λαχανικά, μέλι, κρέας, γάλα, ξυλεία, αλιεύματα, κοκ) και αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη συναφών υπηρεσιών (οικοδομή, μεταφορές, ενέργεια, περιβάλλον, τοπικές επενδυτικές πρωτοβουλίες, δράσεις υπέρ της κοινωνικής συνοχής, κοκ). Οι τομείς αυτοί συνολικά συνθέτουν έναν ευρύτερο κύκλο που αποκαλώ «σύστημα αγρο-συνεργειών». Το σύνολο των θέσεων εργασίας αυτού του οικονομικού πλέγματος αφορά όλες τις οικογένειες, αφορά βεβαίως και την αυτο-κατανάλωση και είναι διάσπαρτο σε ολόκληρη την επικράτεια.

Θεωρώ ότι η μεγέθυνση και η ανασύνθεση του ελληνικού ΑΕΠ θα προέλθει μόνο μέσα από την αύξηση της παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών ποιότητας και κυρίως από αυτά του αγροτικού τομέα. Γι αυτό είναι απαραίτητο να εμπεδωθεί μια διαφορετική αντίληψη σε ό,τι αφορά την αγροτική ανάπτυξη: μια ανάπτυξη βιώσιμη, με στροφή στην ποιοτική παραγωγή, με προϊόντα φιλικά προς το περιβάλλον όπως προδιαγράφει ήδη η νέα ΚΑΠ, με πραγματική αναζωογόνηση της υπαίθρου, με ενίσχυση της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής και αλληλεγγύης, με παραγωγούς εμφορούμενους από επιχειρηματική λογική και από μια νέα σχέση παραγωγού-καταναλωτή.

Η γενικευμένη οικονομική κρίση και οι πολιτικές λιτότητας προκαλούν στη χώρα μας δραματική αύξηση της ανεργίας και κυρίως ανεργία των νέων. Η μετεγκατάσταση των ανέργων στο χωριό, στην επαρχία και η ένταξή τους στην αγροτική παραγωγή και στο ευρύτερο σύστημα των «αγρο-συνεργειών» με οργανωμένο τρόπο, με τεχνική και επιστημονική υποστήριξη, με διοικητική υποβοήθηση και παραγωγικά κίνητρα θα δώσει διέξοδο σε εκατοντάδες χιλιάδες νέους και νέες και παράλληλα θα αυξήσει την εθνική μας παραγωγή, μειώνοντας τις εισαγωγές και αυξάνοντας τις εξαγωγές.

Η προώθηση του οικονομικού μοντέλου των αγρο-συνεργειών συνεπάγεται ριζική ανατροπή του σημερινού υπερ-συγκεντρωτικού κράτους: θα επιφέρει ουσιαστική αποκέντρωση των οικονομικών δραστηριοτήτων, αναδιοργάνωση των υπηρεσιών με επίκεντρο την περιφέρεια, μεγάλης κλίμακας υποστηριζόμενη μετεγκατάσταση ανέργων και νέων από την πρωτεύουσα και τις άλλες μεγάλες πόλεις στην ύπαιθρο, και διασφάλιση της επιβίωσης και βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του πληθυσμού σε εποχή κρίσης. Η απάντηση στην κρίση είναι συνεπώς η αγροτική παραγωγή, αλλά με σχέδιο, ρεαλισμό, τεχνική υποστήριξη και γνώση των δυσκολιών.

Το μεγάλο άλμα και στοίχημα της ελληνικής οικονομίας σημαίνει κυρίως στροφή στην παραγωγή, συνειδητή επιλογή κατανάλωσης ντόπιων προϊόντων, επιμονή στην ποιότητα, συστηματική προβολή του made in Greece. Γι αυτό πρέπει επειγόντως να συζητήσουμε για κίνητρα, μηχανισμούς στήριξης των νέων, μικρο-δάνεια με χαμηλό επιτόκιο, με δυό λόγια για ένα αποτελεσματικό σύστημα υποστήριξης των παραγωγών έξω από την απογοητευτική σημερινή γραφειοκρατία. Με δυο λόγια πρέπει να δούμε το όλο θέμα υπό το πρίσμα της νέας, «μικρής» αγροτικής επιχειρηματικότητας, όπου ακόμα υστερούμε: ο πρωτογενής τομέας παρά την κρίση και μέχρι το 2010 βρίσκονταν πολύ χαμηλά στις προτιμήσεις των νέων επιχειρηματιών (2% περίπου στην Ελλάδα σε σχέση με 12% στο Βέλγιο, βλ. την πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ «Η μικρή επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, 2010-2011, των Σταύρου Ιωαννίδη και Στελίνας Χατζηχρήστου).

Κι όμως ο τομέας αυτός δημιουργεί σχετικά εύκολα θέσεις εργασίας και αυτο-απασχόλησης. Για τις μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Για τις μεσαίες ή μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου, όπου απαιτούνται σημαντικά κεφάλαια, τα πράγματα είναι δύσκολα. Με βάση την δραματική εμπειρία του παρελθόντος (μεγάλα δάνεια, υψηλά επιτόκια, κόστος μελετών, κόστος των κτιριακών εγκαταστάσεων κοκ) γνώμη μου είναι ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή και σωστή εκτίμηση των δεδομένων, ειδικά στην εποχή της κρίσης. Επομένως είτε μιλούμε για παραδοσιακές είτε για νέες καλλιέργειες, η στροφή στον αγροτικό τομέα προϋποθέτει ρεαλισμό, προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα και όχι απομίμηση ξένων προτύπων, προϋποθέτει απίσης προσωπική εργασία, διάθεση συνεργασίας με ομοειδείς επιχειρήσεις για συνέργειες και οργάνωση της εμπορικής διάθεσης του προϊόντος. Σημαίνει κοινωνική αναβάθμιση του αγρότη, του παραγωγού γενικότερα, σημαίνει τελικά μια άλλη στάση ζωής αφού οι σχέσεις παραγωγού και καταναλωτή μπαίνουν σε νέα φάση.

Επιστροφή στο χωριό λοιπόν, για επιβίωση, για προκοπή και παραγωγή, αλλά με σχέδιο και γνώση κι όχι ως κούφιο σύνθημα ή παγίδα για αφελείς. Ένα χωριό σύγχρονο, αφού η πρόσβαση είναι πλέον εύκολη, οι υποδομές λειτουργικές και η ποιότητα ζωής ανθρώπινη, καλύτερη σε σχέση με αυτά που ζουν οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων. Ένα χωριό που παράγει, που αποτελεί μια οργανωμένη, δραστήρια και αλληλέγγυα τοπική κοινότητα ανθρώπων, που κάνει χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών, που ζει μέσα από την ειλικρινή συνεργασία των παραγωγών, των βιοτεχνιών, του εμπορίου και των καταναλωτών. Για την προώθηση του νέου συστήματος των αγρο-συνεργειών απαιτείται ριζικός επανασχεδιασμός των δημοσίων πολιτικών, επανεξέταση των κοινοτικών και εθνικών επιδοτήσεων, αξιοποίηση των τάσεων της νέας ΚΑΠ, ριζική αναθεώρηση της τεχνικής εκπαίδευσης, σύνδεση της παραγωγής με την εγχώρια και τη διεθνή αγορά, εθνική πολιτική γης. Το νέο οικονομικό μοντέλο πρέπει να είναι δυναμικό, παραγωγικό, ποιοτικό και εξωστρεφές. Κι αυτό σημαίνει εργασία, συνεργασία, συνέργειες, ώστε να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη, αμοιβαίο όφελος και ανάδειξη του εθνικού δυναμικού μέσα από μια πραγματικά βιώσιμη ενδογενή ανάπτυξη.

Θα ήθελα να τονίσω εδώ ορισμένες πτυχές που παρουσιάζουν έντονο κοινωνικό και οικονομικό ενδιαφέρον:

-Σε ό,τι αφορά την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των ίδιων των  παραγωγών θα ήθελα να πω ότι τόσο για λόγους οικονομιών κλίμακας όσο και λόγους θεσμικούς και κοινωνικούς, επιβάλλεται πλέον η επαγγελματική οργάνωσή τους σε νέα βάση (κυρίως ομάδες παραγωγών, δίκτυα παραγωγών για την προώθηση των προϊόντων τους, κλπ)

-Οι σχέσεις επίσης παραγωγών και καταναλωτών έχουν μπει σε νέα βάση. Για πολλούς λόγους (ποιότητα προϊόντων, περιβαλλοντική πολιτική, κοινωνική συνοχή, κοκ) ένα σημαντικό μέρος των καταναλωτών επιθυμεί τη γνωριμία με τον παραγωγό, θέλει μια σταθερή σχέση με την πηγή προέλευσης των προϊόντων που καταναλώνει και σε κάθε περίπτωση θέλει μια ουσιαστική ενημέρωση σχετικά με τα προϊόντα αυτά. (βιολογικά, σύνθεση μεταποιημένων προϊόντων, κλπ)

-Τέλος, οι σχέσεις μεταξύ των παραγωγών και του εμπορίου υφίστανται σημεντικές αλλαγές. Η κρίση οδηγεί σε αναθεώρηση πολλών παραμέτρων (κόστος, κέρδος, σύστημα διάθεσης κοκ) και συνεπώς θα δούμε νέες πρωτοβουλίες υλοποίησης του συνθήματος «από το χωράφι στο ράφι»: πρωτοβουλίες κοινωνικής επιχειρηματικότητας, πρωτοβουλίες των παραγωγών, πρωτοβουλίες τοπικές, κλαδικές, κοκ.

Ολα αυτά τα στοιχεία οδηγούν σε μια νέα κατάσταση, σε μια νέα εποχή. Δεν είναι πλέον αποδεκτή από πολλούς η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και στην τιμή τελικής διάθεσης (1 πρός 4-5) και δεν είναι επίσης αποδεκτή από πολλούς παραγωγούς ο τρόπος διάθεσης των προϊόντων τους (ελληνοποιήσεις, καθυστερήσεις πληρωμής, πρακτικές καρτέλ, κλπ). Σε μια χώρα όπου αποδεδειγμένα δεν λειτουργεί ο υγιής ανταγωνισμός, ο παραγωγός έχει δικαίωμα αλλά και υποχρέωση να παρέμβει συλλογικά, οργανωμένα, για να διασφαλίσει, στο μέτρο του δυνατού, τον σεβασμό της ταυτότητας του προϊόντος, την εκλογίκευση της τελικής τιμής διάθεσης, την αξιοπρεπή διαβίωση του ίδιου και τελικά, την πρόσβαση των ασθενέστερων ομάδων στην υγιεινή τροφή.

Πρέπει να ενισχυθεί στην πράξη το οπλοστάσιο κατά των επιπτώσεων της κρίσης, με κινήσεις που διευρύνουν τη συνεργασία όλων των παραγόντων, ωθούν τις δημόσιες πολιτικές σε νέους δρόμους για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και της διατροφικής ασφάλειας του πληθυσμού. Η παραγωγή είναι πολύ σημαντική υπόθεση, αλλά αν δεν υπάρξουν συνέργειες με την εμπορία και τη διάθεση, αν δεν υπάρξει νέα αντίληση σε ό,τι αφορά τη συνεργασία και το αμοιβαίο όφελος, τότε ούτε ο παραγωγός θα ωφεληθεί ούτε ο καταναλωτής θα ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Οι «αγρο-συνέργειες» πρέπει συνεπώς να γίνουν πολυ-συνέργειες. Γι αυτό η σχετικές δημόσιες πολιτικές, εθνικές και ευρωπαϊκές, (παραγωγή, κίνητρα, μεταποίηση, διάθεση προϊόντων, κλπ) πρέπει να αντανακλούν  ποιότητα, διαφάνεια, δικαιοσύνη, κοινωνικλή ένταξη, υπευθυνότητα για όλους. Οι παλιές γνωστές πρακτικές μας έφεραν στη σημερινή κατάσταση, τώρα όμως επιβάλλεται η προώθηση νέων αντιλήψεων, νέων ρόλων, νέας πολιτικής.