Πρωτοβουλία μετατροπής του χρέους σε αναπτυξιακό ταμείο

athanasios-theodorakis2

του Αθανασίου Θεοδωράκη
πολιτικού επιστήμονα – πρώην Αν. Γενικού Διευθυντή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για θέματα διεθνούς ανάπτυξης

 

Το ελληνικό δημόσιο χρέος, δεν είναι πλέον βιώσιμο. Όλοι οι αναλυτές συγκλίνουν πλέον στην αναγκαιότητα σημαντικής μείωσης του δημοσίου χρέους της χώρας ως προϋπόθεσης εξόδου από την κρίση. Το ΔΝΤ έχει επίσης εκφραστεί επισήμως υπέρ ενός νέου «κουρέματος». Συνεπώς χωρίς να περιμένουμε το μακρινό 2020 πρέπει από τώρα να τεθεί το θέμα του τρόπου αντιμετώπισης του δυσβάστακτου χρέους. Αν τα δάνεια και τα έσοδα χρησιμοποιούνται για εξόφληση των οφειλών και μόνο, δεν υπάρχει λύση. Χωρίς ανάπτυξη, χωρίς παραγωγή, χωρίς νέες θέσεις εργασίας δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος. Κάθε χρόνο θα μιλούμε για νέο πακέτο διάσωσης, νέες δόσεις, νέα μέτρα κι αυτό δεν μπορεί να συνεχισθεί. Δεν συμφέρει κανέναν και κυρίως τη χώρα μας.

Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα σε μια ρεαλιστική βάση. Το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, με τη νέα δανειακή σύμβαση το δημόσιο χρέος έφτασε στο 170% του ΑΕΠ. Όμως, μετά το PSI, οι κάτοχοι των ομολόγων του ελληνικού χρέους είναι κυρίως δημόσιοι δανειστές κι αυτό αλλάζει τα δεδομένα : « Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους μετά το κούρεμα, δηλαδή το 76,7%, είναι χρέος προς τον ευρωπαϊκό προσωρινό μηχανισμό στήριξης EFSF » (βλ. http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231196884). Ο ιδιωτικός τομέας, εκών ή άκων, συμμετείχε και πλήρωσε. Πρέπει χωρίς ταμπού να δούμε τώρα τις πτυχές που αφορούν τη συμμετοχή του δημοσίου τομέα: ομόλογα, τοκοχρεολύσια, δάνεια της ΕΕ, της ΕΚΤ και των κρατών-μελών της. Πρέπει τώρα να εργασθούμε πάνω σε μια άλλη προσέγγιση, όχι απλά ενός νέου κουρέματος, αλλά πλήρους μετατροπής των κεφαλαίων αποπληρωμής του ελληνικού χρέους σε αναπτυξιακά κεφάλαια. Παρότι η απλή διαγραφή του ελληνικού επισήμου χρέους θα ήταν πολύ θετική, εκτιμάται ότι λόγω πολιτικών περιπλοκών, κάτι τέτοιο δεν θα λάβει χώρα άμεσα. Χρειάζεται συνεπώς, παράλληλα με τις άλλες υπό διερεύνηση δυνατότητες, μια διαφορετική προσέγγιση, μια άλλη λογική και βεβαίως ισχυρή πολιτική απόφαση.

Αν δεχθούμε αυτή την άλλη λογική λογική τότε θα πρέπει, τηρουμένων των αναλογιών, να εξετάσουμε την υπάρχουσα διεθνή εμπειρία. Σε διμερές επίπεδο πολλά ευρωπαϊκά κράτη έχουν προβεί σε διαγραφή, μέρους ή του συνόλου του χρέους των φτωχών, αναπτυσσομένων χωρών. Επίσης σε πολυμερές επίπεδο διεθνείς οργανισμοί έχουν προβεί σε διαγραφή του χρέους των φτωχών χωρών, μέσα από ειδικά προγράμματα (π.χ . πρωτοβουλία HIPC με συμμετοχή κυρίως ΔΝΤ, ΕΕ, Παγκόσμιας Τράπεζας, βλ. http://web.worldbank.org).

Πέρα όμως από την διαγραφή του χρέους, υπάρχει και μια άλλη δυνατότητα: να μετατραπούν τα αντίστοιχα ποσά των αποπληρούμενων δανείων και ομολόγων που λήγουν σε αναπτυξιακά κεφάλαια. Ο σκοπός της επειχείρησης είναι να χρησιμοποιηθούν τα ποσά αυτά για την ανάπτυξη, κάτω από κοινή (π.χ Ελλάδα και δανειστές) επίβλεψη και αυστηρό έλεγχο της χρήσης τους. Ετσι, αν μια χώρα έχει να αποπληρώσει συνολικά 10 δις ευρώ για ένα οικονομικό έτος σε πιστωτές δημοσίου χαρακτήρα το ποσό αυτό δεν καταβάλλεται στους πιστωτές, αλλά παραμένει στη χώρα και μετατρέπεται, μέσω ειδικού Ταμείου, σε αναπτυξιακά προγράμματα. (υγεία, εκπαίδευση, υποδομές, επενδύσεις, νέες τεχνολογίες, κοκ).

Το σχέδιο, γνωστό ως Χρέος για την Ανάπτυξη ( Debt for Development) αποτελεί συνήθη διεθνή πρακτική. Πολλές ευρωπαϊκές χώρες-μέλη της ΕΕ, όπως π.χ. Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία κ.ά. αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχουν αντίστοιχη εμπειρία σε διάφορα σημεία του πλανήτη. Το όφελος είναι πολλαπλό. Η οικονομία της χρεωμένης χώρας ανακάμπτει αφού τα κεφάλαια αυτά επενδύονται άμεσα, οι επιχειρήσεις εγχώριες ή ξένες υλοποιούν δράσεις, η εθνική παραγωγή ενισχύεται, η ανεργία υποχωρεί.

Μπορούμε συνεπώς να φανταστούμε σήμερα ένα αντίστοιχο πρόγραμμα και για σχετικά πλούσιες χώρες που βρίσκονται σε κρίση. Η Ελλάδα δεν είναι φυσικά μια φτωχή χώρα, αλλά μια χώρα σε κρίση. Αν ένα διεθνές πρόγραμμα ή μια ορθή πρακτική έχει καλά αποτελέσματα θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε σχετικά πλούσιες χώρες που βρίσκονται σε αντικειμενική αδυναμία, στην παγίδα της ύφεσης, και δεν μπορούν να πληρώσουν τα χρέη τους. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Π. Κορλύρα «οι αγορές, βέβαια, προεξοφλούν ένα δεύτερο «κούρεμα» του ελληνικού χρέους, το οποίο σήμερα βρίσκεται στην πλειονότητά του σε «επίσημους» φορείς, το OSI. Αυτό δεν μπορεί εκ προοιμίου να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο, και για πολλούς αναλυτές και παράγοντες της αγοράς θεωρείται αναπόφευκτο» (βλ. άρθρο του με τίτλο «Η προοπτική εξόδου από την κρίση» στο περιοδικό του ΚΕΠΕ «Οικονομικές Εξελίξεις», τ. 18, Ιούνιος 2102)

Σύμφωνα με άρθρο του κ. Ζήρα στην Καθημερινή «…στο προσκήνιο βρίσκονται άλλες εναλλακτικές ελάφρυνσης του χρέους με τη συμμετοχή και του επίσημου τομέα, η αποτελεσματικότητα των οποίων ήδη αμφισβητείται, αλλά μέσω των οποίων η Ευρωζώνη θα «αγοράσει» χρόνο:

1. Η επαναγορά ομολόγων που έχουν στην κατοχή τους οι ιδιώτες πιστωτές και διαπραγματεύονται σε πολύ χαμηλές τιμές. …

2. Η μείωση των επιτοκίων των διακρατικών δανείων που χορηγήθηκαν στην Ελλάδα με το πρώτο Μνημόνιο.

3. Η παραίτηση των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης από τα κέρδη που έχουν από τα ελληνικά κρατικά ομόλογα»

Με βάση συνεπώς τα σημερινά δεδομένα χρειάζεται μια νέα πρωτοβουλία αντιμετώπισης του προβλήματος, μια « πρωτοβουλία εναντίον της κρίσης», («Ιnitiative Against Crisis, INAC). Σε ένα τέτοιο πρόγραμμα, όλοι θα έχουν τον ρόλος τους: κράτη, επιχειρήσεις, ΣΔΙΤ, Τράπεζες και διεθνείς οργανισμοί, όλοι μπορούν να συνεργαστούν και να αποκομίσουν οφέλη δίνοντας μια ώθηση στην αναπτυξιακή προσπάθεια με σχέδιο, διαφάνεια και διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των δράσεων. Ετσι, αν π.χ. η Ελλάδα έχει να αποπληρώσει 10 δις κάθε χρόνο σε δημόσιους πιστωτές της ΕΕ και γνωρίζοντας ότι η πρόσβασή της στην αγορά είναι αδύνατη για τα επόμενα χρόνια, δεν μένει άλλη λύση παρά η διαγραφή του χρέους ή η μετατροπή του ποσού αυτού σε αναπτυξιακό πρόγραμμα.

Η Ελλάδα και οι δημόσιοι δανειστές της ΕΕ θα συμφωνούσαν σε υλοποίηση αναπτυξιακών προγραμμάτων για την τόνωση της οικονομίας, την ανάκαμψη και την έξοδο από την κρίση με οργανωμένο τρόπο. Ετσι η Ελλάδα όχι μόνο δεν θα κάνει στάση πληρωμών, αλλά θα είναι μέτοχος σε ένα οργανωμένο διεθνές πρόγραμμα, που θα χρησιμοποιεί ένα «Ευρωπαϊκό Ταμείο για την Ανάπτυξη της Ελλάδας » στο οποίο θα κατατίθενται τα ποσά που προορίζονταν για αποπληρωμή των δημοσίων πιστωτών. Οι τελευταίοι και ειδικά τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα μπορούν να υποστηρίξουν ενώπιον των κοινοβουλίων και των πολιτών τους ότι δεν πρόκειται για απλή διαγραφή χρέους, αλλά για μετατροπή του σε επενδυτικά σχέδια, στα οποία και οι εθνικές τους επιχειρήσεις καλούνται να συμμετάσχουν υπό καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού.

Το σχέδιο αυτό είναι εφαρμόσιμο και ρεαλιστικό. Προϋποθέτει την εκπόνηση ενός ελληνικού εθνικού σχεδίου οικονομικής ανασυγκρότησης με τομείς προτεραιότητας (υποδομές, αγρο-διατροφικό πλέγμα, εκπαίδευση, τοπική ανάπτυξη, κοκ με δημιουργία θέσεων εργασίας), πρόβλεψη των μέσων παρέμβασης και ικανό μηχανισμό παρακολούθησης της πορείας υλοποίησης των έργων. Προϋποθέτει επίσης την ύπαρξη ισχυρής πολιτικής βούλησης της ΕΕ ειδικά τώρα που απαιτείται συνολική αντιμετώπιση της κρίσης στην ευρωζώνη. Έτσι, πέρα από «τραπεζική ένωση», ευρωομόλογα, επιμηκύνσεις, αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ, κοκ μπορεί να δημιουργηθεί ένα πανίσχυρο εργαλείο κατά της κρίσης με αναπτυξιακό χαρακτήρα. Είναι προτιμητέο, για ευνόητους λόγους, η επίλυση του προβλήματος εντός της ΕΕ, γι αυτό και αποκαλώ αυτό το ταμείο «ευρωπαϊκό».

Έτσι οι μεταρρυθμίσεις θα γίνουν και οι δεσμεύσεις θα τηρηθούν υπό τον όρο ότι υπάρχει διέξοδος. Μια διέξοδος αναπτυξιακής υφής, που δίνει προοπτική στη χώρα και θέτει το όλο πρόβλημα σε νέα, ρεαλιστική βάση.