Η ΕΚΤ και τα επιτόκια εντός της ευρωζώνης

Μια πρόταση σχετικά με τα επιτόκια εντός της ευρωζώνης.

 

του

Αθαν. Θεοδωράκη

πολιτικού επιστήμονα

www.neopolitevma.gr

 

 

 

Η νέα κίνηση της ΕΚΤ να μειώσει περαιτέρω τα επιτόκια (http://news.in.gr/economy/article/?aid=1231345009) ανοίγει προοπτικές, υπό τον όρο της χρηματοδότησης εκ μέρους των τραπεζών, των αναγκών της πραγματικής οικονομίας.  Πράγματι η όλη προσπάθεια μπορεί να μείνει μετέωρη αν δεν υπάρχουν απτά αποτελέσματα για την επιχείρηση, τον καταναλωτή, τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Τίθεται συνεπώς το θέμα της μεγάλης απόκλισης ανάμεσα στο μηδενικό βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ και αυτό των επιτοκίων χορηγήσεων εκ μέρους των τραπεζών. Σε πρότασή μου προς την ΕΚΤ πριν λίγες εβδομάδες, προτείνω την καθιέρωση ενός «καλαθιού» εντός ευρωζώνης, με πρωτοβουλία της ΕΚΤ. Η πρόταση έχει ως εξής:

«Κύριε Πρόεδρε,

Σας γράφω τις σκέψεις μου και μια πρόταση που αφορά τα επιτόκια χορηγήσεων στο ευρωσύστημα. Πολύ ορθώς αποφασίσατε να κρατήσετε χαμηλά το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ, στο πρωτοφανές όριο  του 0,15%, με στόχο να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα. Στη σημερινή συγκυρία, η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας πρέπει να είναι βασικός στόχος και όλα τα μέσα πρέπει να τείνουν προς τον στόχο αυτόν για να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να αποφευχθεί η κοινωνική κατάρρευση.

Στην πρακτική, καθημερινή λειτουργία του όμως το σύστημα του επιτοκίου της ΕΚΤ δεν λειτουργεί ικανοποιητικά. Το βασικό επιτόκιο χορηγήσεων της ΕΚΤ αφορά τις Τράπεζες, αλλά αυτές λόγω του καθοριστικού τους ρόλου στο οικονομικό σύστημα επωφελούνται υπερβολικά. Δηλαδή, παρατηρείται ότι όχι μόνο τα επιτόκια χορηγήσεων των τραπεζών της ευρωζώνης προς τους  επιχειρηματίες διαφοροποιούνται από χώρα σε χώρα, αλλά και ότι οι αποκλίσεις τους από το βασικό δείκτη του 0,15% είναι μεγάλες και αδικαιολόγητες.

Ετσι, ένας επιχειρηματίας στη Γερμανία πληρώνει επιτόκια της τάξης του 3%, ενώ ο έλληνας που δανείζεται αντίστοιχο ποσό για την επιχείρησή του, πληρώνει επιτόκια της τάξης του 8%-11% (εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10 Ιουλίου 2014) . Κι όμως είναι και οι δυό στο ίδιο ευρωσύστημα και θεωρητικά βρίσκονται υπό την ίδια δημόσια πολιτική, αυτή της ΕΚΤ. Με αυτές τις τραπεζικές πρακτικές οι όροι ανταγωνισμού αλλοιώνονται και οι αποκλίσεις μέσα στην ευρωζώνη τελικά διευρύνονται. Αντιλαμβάνομαι ότι είναι δύσκολο να υπάρξει ένα κοινό και ενιαίο τραπεζικό εμπορικό επιτόκιο, αλλά δεν μπορώ να κατανοήσω τις τεράστιες διαφορές ανά χώρα. Γι αυτό νομίζω ότι πρέπει να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο, ένα τραπεζικό καλάθι, εντός της ευρωζώνης με κατώτατο και ανώτατο επιτόκιο για να αποφεύγεται η αισχροκέρδεια και η νόθευση του ανταγωνισμού. Το πλαίσιο αυτό θα λαμβάνει υπόψη του το κόστος διαχείρισης και άλλα ειδικά τοπικά ή κλαδικά στοιχεία, αλλά θα στηρίζεται σε αποδεκτές αρχές (αναλογικότητα μέσων και σκοπών, έλεγχος βιωσιμότητας και αποδοτικότητας, αξιολόγηση των δράσεων με βάση αναπτυξιακά κριτήρια, διαφάνεια και ενημέρωση του καταναλωτή) για να εμπνέει εμπιστοσύνη. Σήμερα ο πολίτης έχει την πεποίθηση ότι όλα γίνονται για τη διάσωση των τραπεζών, ενώ η πραγματική οικονομία βρίσκεται σε διαρκή ύφεση.

Η εμπειρία μου σε θέματα διεθνούς ανάπτυξης με κάνει να πιστεύω ότι η ρευστότητα της οικονομίας μπορεί να επιτευχθεί με σαφείς δεσμεύσεις του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Η ΕΚΤ μπορεί και πρέπει να θέσει ένα νέο πλαίσιο, με όρους και κατευθύνσεις. Η προωθούμενη ευρωπαϊκή τραπεζική ένωση είναι μια σημαντική ευκαιρία για εξισορρόπηση των ρόλων κια υποβοήθηση της ανάκαμψης. Αφού το δημόσιο χρήμα αποσκοπεί στην τόνωση της οικονομίας με κρατικές βεβαίως εγγυήσεις, θα πρέπει η ΕΚΤ να θέσει όρους στις δανειζόμενες τράπεζες και να διασφαλίσει την αποτελεσματική και ορθολογική  χρήση των κεφαλαίων των φορολογουμένων πολιτών και την τόνωση της πραγματικής οικονομίας.

Το μέλλον την ευρωζώνης ως κοινού χώρου και ισχυρής βάσης για πολιτική ενοποποίηση, επιτάσσει την ανάληψη πρωτοβουλιών για διόρθωση των λαθών και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Η ΕΚΤ μπορεί κατά τη γνώμη μου να ξεκινήσει την εφαρμογή ενός νέου και συνεκτικού συστήματος δανεισμού προς τις τράπεζες, με στόχο την τόνωση της πραγματικής οικονομίας από την οποία τελικά εξαρτώνται τα πάντα: επιχειρήσεις, παραγωγή, εξαγωγές, θέσεις εργασίας, κοινωνικές πολιτικές, πολιτική εμπιστοσύνη.

Θα ήθελα, κύριε Πρόεδρε, έχω τις απόψεις της ΕΚΤ πάνω στην πρόταση αυτή. Λόγω της σημασίας του θέματος και για λόγους διαφάνειας, η επιστολή μου και η απάντηση της ΕΚΤ θα δημοσιευτούν στον ελληνικό οικονομικό τύπο».