Διατίμηση των βασικών προϊόντων

Απαραίτητη η διατίμηση των βασικών προϊόντων.

του
Αθανασίου Θεοδωράκη
πολιτικού επιστήμονα

Η ακρίβεια δυστυχώς καλπάζει, παρά την σημαντική, μέχρι και 50%, μείωση των εισοδημάτων και τη συρρίκνωση του ΑΕΠ λόγω της βαθιάς οικονομικής ύφεσης. Οι τιμές των βασικών προϊόντων είναι πολύ υψηλότερες από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, οι αναφορές στον τύπο  είναι καθημερινές, οι συγκρίσεις απελπιστικές. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για την ΕΕ των 27, που παρουσίασε η εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» της 25ης Ιουνίου 2013 η κατάσταση είναι ακατανόητη.

Στο σχετικό άρθρο του Κ. Καλλωνιάτη με τίτλο «Το βασίλειο της αισχροκέρδειας» αναφέρονται τα εξής: «Παράδεισος κερδοσκοπίας στις τιμές των τροφίμων αποδεικνύεται πως είναι η Ελλάδα στην Ευρώπη των 27, καταλαμβάνοντας την 7η θέση σε ακρίβεια σε ψωμί και δημητριακά και την 2η θέση αντίστοιχα σε γάλα-τυρί-αβγά. Το πόσο ανθεί η ολιγοπωλιακή κερδοσκοπία γύρω από το βασικό μέσο επιβίωσης των Ελλήνων, τη διατροφή, φαίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες όπως είναι το ψωμί-δημητριακά, όπου η Ελλάδα είναι 15% ακριβότερη της Ε.Ε.27, καθώς και των γαλακτοκομικών, όπου είναι 32% ακριβότερη, καταλαμβάνοντας μετά την Κύπρο τη δεύτερη χειρότερη θέση σε ακρίβεια! Αν υπάρχει μία μεταρρύθμιση που έπρεπε να έχει γίνει όλα αυτά τα χρόνια για να ανακουφίσει από τα εξοντωτικά μέτρα λιτότητας το μέσο ελληνικό νοικοκυριό, αυτή ήταν ο έλεγχος στη λειτουργία του ανταγωνισμού και η πάταξη της αισχροκέρδειας των μεσαζόντων, των χονδρεμπόρων και των εισαγωγέων, που μαζί με τις μεγάλες αλυσίδες λιανικής πλουτίζουν εις βάρος των μισθοσυντήρητων.»

Το μοντέλο, του ελληνικού καπιταλισμού δεν καταλαβαίνει ούτε από ύφεση, ούτε από κρίση, ούτε κι από κοινωνική αναταραχή. Η εσωτερική υποτίμηση δεν αποδίδει, οι αντιστάσεις των οργανωμένων συμφερόντων είναι σημαντικές, η αγορά δεν λειτουργεί ορθολογικά. Πέρα από την ακρίβεια των εισαγομένων, ούτε και τα ελληνικά προϊόντα τυγχάνουν καλύτερης μεταχείρισης, οι τιμές είναι υψηλές ακόμα και στον τόπο παραγωγής τους. Ο έλληνας παραγωγός πληρώνεται με 60 λεπτά το κιλό το μπρόκολο και στο παντοπωλείο της γειτονιάς της  κωμόπολης, το ίδιο προϊόν πωλείται  προς 2 ευρώ το κιλό και στην Αθήνα προς 3 ευρώ.

Οι ειδικοί βέβαια έχουν εξηγήσει  ότι η αγορά στην Ελλάδα  δεν λειτουργεί όπως αλλού, οι δομές εδώ είναι διαφορετικές, ο έλεγχος ανύπαρκτος, κλπ. Δεν υπάρχει ούτε κρατικός έλεγχος, ούτε κοινωνικός έλεγχος, ούτε κίνημα συνειδητών καταναλωτών. Κι όμως τα κέρδη πολλών ελληνικών επιχειρήσεων παραμένουν υψηλά, είναι κατά 30% μεγαλύτερα του μέσου κοινοτικού όρου κι αν προσθέσουμε την φοροδιαφυγή, την εισφοροδιαφυγή και την «φοροκλοπή», δηλ. τη μή απόδοση του ΦΠΑ (βλ. Τ. Γιαννίτσης, «Η Ελλάδα στην κρίση», εκδόσεις «Πόλις») τότε πάμε σε μεγαλύτερα νούμερα.

Τα απλά ελληνικά προϊόντα είναι εδώ πανάκριβα, τα ίδια προϊόντα στο εξωτερικό είναι φθηνότερα: ένα πακέτο ξηρών σύκων Ευβοίας των 500 γραμμαρίων στην Αθήνα κοστίζει στο κέντρο της Αθήνας 4,5 ευρώ και στις Βρυξέλλες 3,5 ευρώ. Επιπλέον οι έλεγχοι απέδειξαν ότι οι πολυεθνικές εταιρείες πωλούν ακριβότερα τα ίδια προϊόντα στην Ελλάδα σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ.

Οι στρεβλώσεις της αγοράς δεν διορθώνονται διότι δεν υπάρχει έλεγχος, ούτε εκ μέρους του κράτους, ούτε εκ μέρους των επαγγελματικών τους οργανώσεων, ούτε και εκ μέρους τω καταναλωτών. Κι όμως η κοινωνική κρίση είναι έντονη, η ανεργία αυξάνεται, οι πτωχοί και οι «νεόπτωχοι» πληθαίνουν. Η συγκινητική και γενναία κοινωνική αλληλεγγύη που επιδεικνύουν οι έλληνες δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα. Χρειάζεται όχι μόνο ατομική ή κοινωνική αλληλεγγύη, αλλά και οργανωμένη εθνική πολιτική αλληλεγγύης

Το παράδοξο είναι ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα πέφτει, ναι πέφτει, μάλλον λόγω  μείωσης του κόστους των υπηρεσιών, ενώ τα βασικά αγαθά είναι συχνά εισαγόμενα και πανάκριβα για τις δυνατότητες της ελληνικής οικογένειας. Κι επειδή δεν υπάρχουν πολλοί τρόποι επίλυσης του προβλήματος, θεωρώ ότι οι τιμές στα 20 βασικά είδη κατανάλωσης (ψωμί, γάλα, αυγά, αλεύρι, τυρί, λάδι, κ,ά) πρέπει να μειωθούν κατά 30%. Ετσι θα τονωθεί η αγορά, θα προκύψει τζίρος, θα ανακουφισθεί οικονομικά η λαϊκή οικογένεια. Για να γίνει αυτό θα πρέπει η Κυβέρνηση, σε συνεργασία με την ΕΕ για την αποφυγή νομικών περιπλοκών, λόγω της έκτακτης κατάστασης που βιώνει η χώρα, να προχωρήσει σε διατίμηση των βασικών ειδών κατανάλωσης, αφού ο ανταγωνισμός δεν λειτουργεί. Το κράτος έχει την ευθύνη για την ομαλή λειτουργία της αγοράς αλλά  ταυτόχρονα έχει την μεγαλύτερη ευθύνη για την αξιοπρεπή διαβίωση, εδώ τίθεται θέμα επιβίωσης του πληθυσμού. Το εθνικό συμφέρον πρέπει να υπερτερήσει των άλλων και να οδηγήσει άμεσα στη λήψη έκτακτων μέτρων πάταξης της ακρίβειας και της αισχροκέρδειας μέχρι να λειτουργήσει, αν οψέποτε…, ο  «υγιής ανταγωνισμός».

Το «ελληνικό καπιταλιστικό παράδοξο», τείνει να γίνει δράμα ανεξέλεγκτων διαστάσεων. Υπάρχει όμως προηγούμενο, εκεί όπου δεν υπάρχει ανταγωνισμός π.χ στο πλοίο, η κυβέρνηση θεσμοθετεί, παρεμβαίνει και ορίζει τις τιμές. Τώρα, ολόκληρη η χώρα έγινε ένα πλοίο, ένα πλοίο που ταξιδεύει στο άγνωστο, χωρίς να υπάρχει καπετάνιος. Γι αυτό η επιβίωση του πληρώματος πρέπει να είναι πρωταρχικός στόχος.