Από τη μια κρίση στην άλλη

Από τη μια κρίση στην άλλη…. 

του Αθανασίου Θεοδωράκη
πολιτικού επιστήμονα

Η κρίση που ζούμε δεν είναι ούτε η πρώτη, ούτε θα είναι φυσικά και η τελευταία. Εχει βεβαίως τα δικά της ξεχωριστά χαρακτηριστικά, αίτια και επιπτώσεις, αλλά εντάσσεται σε ένα μακρύ κύκλο μετάλλαξης του παγκόσμιου καπιταλισμού προς ένα νέο μοντέλο. Αυτό το νέο μοντέλο χαρακτηρίζεται σε γενικές γραμμές από την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα και την επεκτατική  χρήση του άυλου χρήματος.  Η  μετατόπιση του κέντρου οικονομικού βάρους του πλανήτη από τη Δύση προς την ανατολική Ασία συνδέεται με την επιλεκτική παγκοσμιοποίηση, που προώθησε στην αρχή κυρίως η ίδια η Δύση. Η παγκοσμιοποίηση αυτή εξυπηρετεί κυρίως τις επιδιώξεις των ισχυρών πολυεθνικών και δημιουργεί προβλήματα τόσο στα κράτη όσο και στις κοινωνίες. Εξαιρούνται κάποιες δυνάμεις (BRICs) που λειτουργούν με όχημα τον κρατικό καπιταλισμό.

Είναι αξιοπρόσεκτο πάντως το ότι δεν αντλούνται διδάγματα και συμπεράσματα από την προηγούμενη κρίση (μεξικανική, ασιατική, ρωσική, κοκ)  έτσι ώστε στην επόμενη να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα αποσόβησης των κινδύνων. Κι ενώ όλοι συμφωνούν ότι οι δυνατότητες του κράτους-έθνους περιορίζονται, δεν προκύπτουν εναλλακτικά παγκόσμιες ή περιφερειακές συμμαχίες ικανές να προτείνουν μια άλλη πολιτική. Αν όμως «κυβερνώ σημαίνει προβλέπω» σύμφωνα με τη γαλλική ρήση τότε τίθενται  ερωτήματα. Γιατή η κοινωνία παραπαίει, ο πολίτης περιθωριοποιείται, η πολιτική ευτελίζεται; Γιατί δεν υπάρχει ουσιαστική απάντηση στην κρίση από επιστήμονες, κυβερνήσεις και διεθνούς οργανισμούς;

Ας αρχίσουμε από αυτούς τους τελευταίους. Σύμφωνα με τις πλέον έγκυρες αναλύσεις οι διεθνείς οργανισμοί ελέγχονται από τις ισχυρρές δυνάμεις του πλανήτη, δυνάμεις που έχουν ταυτισθεί με την πολιτική του ακραίου νεο-φιλελευθερισμού  κι έτσι δεν υπάρχει από εκεί καμμία ελπίδα αντίδρασης παρά την σημαντική τεχνογνωσία τους. (βλ. Le Monde Diplomatique, Manière de voir, No 42, «Anatomie de la crise financière », Νοέμ-Δεκ 1998, αναλύσεις  σχετικά με την χρηματοπιστωτική κρίση του 1997-98). Δεν είναι βέβαια αδύνατη η αλλαγή πορείας αλλά αυτό σημαίνει ότι η ισχυρή, επικρατούσα δύναμη (π.χ. ΗΠΑ για το ΔΝΤ) θα το έχει αποφασίσει.

Οι εθνικές κυβερνήσεις, πάσχουν υπό το σύνδρομο και άγχος της διαχείρισης: δεν κάνουν τομείς, δεν παρεμβαίνουν, π.χ. δεν επιβάλλουν δίκαιη φορολογία. Δεν υπάχουν ιδεαλιστές πολιτικοί, οι επαγγελματίες του χώρου  συμπεριφέρονατι σαν λογιστές κι όχι σαν « Hommes d’Etat ». Επιπλέον οι πιέσεις και οι εκβιασμοί που υφίστανται απο τους λεγόμενους διεθνείς επενδυτές και τις πανίσχυρες σήμερα τράπεζες είναι γνωστοί και σημαντικοί. Αναφέρω ένα ατελευταίο στοιχείο που αφορά ειδικότερα την αμφίδρομη αυτή σχέση στη Γερμανία: «Οπως αποκάλυψαν χθες οι Financial Times, υπό έρευνα έθεσε η γερμανική Κεντρική Τράπεζα (Bundesbank) την Deutsche Bank για να εξακριβωθεί αν κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007/08 που διέλυσε το τραπεζικό σύστημα των ΗΠΑ, έκρυψε ζημίες σε πιστωτικά παράγωγα αξίας περίπου 12 δισ. δολαρίων. Σύμφωνα με δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας, αν οι ισχυρισμοί αληθεύουν τότε η απάτη της γερμανικής τράπεζας βοήθησε την κυβέρνηση στην αποφυγή ενός ενδεχόμενου σχεδίου διάσωσης.» («Καθημερινή», 5 Απρ. 2013).

Οι επιστήμονες τέλος έχουν κι αυτοί τους περιορισμούς τους. Συχνά είναι πιασμένοι στα δίχτυα του συστήματος (ερευνητικά προγράμματα, υψηλές θέσεις στη διοίκηση, ιδιωτικές δραστηριότητες και συνεργασία με πολυεθνικές, κορπορατισμός) κι άλλοτε αδυνατούν να συλλάβουν το σύνολο του προβλήματος, να ξεφύγουν δηλαδή  από την στενή θεώρηση του κλάδου τους. Η διεπιστημονική έρευνα είναι η μόνη λύση για προώθηση νέων απόψεων αλλά αυτό απαιτεί χρόνο, προσωπικές υπερβάσεις και χρηματοδότηση που επιβάλλει πάλι περιορισμούς.

Ολα αυτά δεν σημαίνουν ότι δεν γίνεται τίποτα. Αντίθετα εξελίξεις υπάρχουν, προτάσεις υπάρχουν, συχνά βλέπουμε να λαβάνουν χώρα σημαντικές πρωτοβουλίες είτε χάρη στην διαρκώς εξελισσόμενη τεχνολογία, είτε λόγω  πολιτικής ωρίμανσης μιας ιδέας (π.χ. ο γνωστός ως φόρος Tobin για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές σε επίπεδο ΕΕ, έστω και χωρίς όλα τα κράτη-μέλη της). Το κίνημα ATTAC αναφέρει  σχετικά τα εξής: «Το Ευρωπαϊκό Δίκτυο ATTAC χαιρετίζει την απόφαση του ECOFIN, της 22ας Ιανουαρίου για την έγκριση του Φόρου επί των Χρηματοπιστωτικών Συναλλαγών που προωθείται στα πλαίσιο της ενισχυμένης συνεργασίας η οποία περιλαμβάνει 11 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως αρχικός υποστηρικτής αυτού του φόρου, το κίνημα ATTAC θεωρεί αυτή την απόφαση ως νίκη, επειδή προέκυψε μετά από εκστρατεία που έκανε η ATTAC για πάνω από 10 χρόνια. Πολλές άλλες οργανώσεις έχουν εργαστεί σε αυτήν την ιδέα, αν και μερικές φορές με σημαντικές διαφορές όσον αφορά στην σύλληψη της» (http://www.attac-hellas.org). Θα δούμε στη συνέχεια πώς θα εξελιχθεί η υπόθεση αφού το ΗΒ αμβισβητεί αυτή την πολιιτκή της ΕΕ.

Είναι όμως δύσκολο να ξεχασθούν οι φράσεις του Alan Greenspan, Προέδρου της FED στις ΗΠΑ, ενώπιον της Γερουσίας στις 21 Ιουλίου 1998: «Η ιστορία μας διδάσκει ότι θα επέλθει μια σημαντική διόρθωση των τιμών στο Χρηματιστήριο, επειδή η ιστορία είναι γεμάτη από περιοδικές κρίσεις και δεν έχω καμμία αμφιβολία, δεδομένης της ανθρώπινης φύσης, ότι αυτό θα συμβεί πάλι, και πάλι και πάλι» (Le Monde Diplomatique, Manières de voir, No 42, 1998). Ο γάλλος καθηγητής François Chesnais παρατηρούσε στο σχετικό άρθρο του ότι δεν είναι ακριβώς η ανθρώπινη φύση το πρόβλημα, αλλά ένα ολόκληρο σύστημα που επιτρέπει τη δημιουργία πλαστού κεφαλαίου, κεφαλαίου που δεν έχει σχέση με την πραγματική οκονομία.

Κι αυτή ακριβώς είναι σήμερα η πρόκληση, η αλλαγή ενός συστήματος που προχωρά καταστρέφοντας σχεδόν τα πάντα στο πέρασμά του, παρά το ότι η διεθνής κοινότητα συμφώνησε στα βασικά όπως οι Στόχοι της Χιλιετίας και η προστασία των δημοσίων συλλογικών αγαθών. Μπορεί η αλλαγή να προέλθει από την επερχόμενη κοινωνική έκρηξη στις δυτικές χώρες ή από μια πολιτική πρωτοβουλία ανάσχεσης: η πρόσφατη πρωτοβουλία των BRICs να δημιουργήσουν ένα δικό τους ισχυρό ταμείο αντιμετώπισης της κρίσης μπορεί να είναι ένα πρώτο βήμα αμφισβήτησης του σημερινού διεθνούς συστήματος που σε επίπεδο θεσμών αντανακλά ακόμα τον συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφώθηκε ακριβώς μετά τον Β’ παγκόσμιο Πόλεμο.

Δεν φαίνεται προς το παρόν κάποια πρωτοβουλία ικανή να αντρέχει τα πράγματα, Ενα όμως είνβαι βέβαιο, τίποτε δεν θα είναι όπως πριν, η παρούσα κρίση είναι βαθιά, πολιτική, καθολική και συστημική. Ενα νέο μοντέλο θα προκύψει, το θέμα είναι να είναι ανθρώπινο, δημοκρατικό, δίκαιο.