Η κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας

Η κρίση της ευρω-σοσιαλδημοκρατίας και η Ελλάδα

 

του

Αθανασίου Θεοδωράκη

πολιτικού επιστήμονα,

πρώην Αν. ΓΔ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

 

Η συζήτηση σχετικά με την αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού  και ειδικότερα το μέλλον του δικομματισμού είναι αρκετά παλιά. Το φαινόμενο της κυριαρχίας δύο μεγάλων κομμάτων στο κοινοβούλιο δεν είναι αποκλειστικά εγχώριο, στις περισσότερες χώρες εξάλλου το εκλογικό σύστημα ευνοεί κι αναπαράγει τον δικομματισμό και η κάθε χώρα έχει προφανώς τους δικούς της λόγους. Η ιδιομορφία του ελληνικού δικομματισμού, παλιού και νέου, έγκειται στο ότι δεν υπάρχει ενεργός «τρίτος πόλος», επειδή από τη μια, οι  δύο συνιστώσες της  παραδοσιακής Αριστεράς είναι βαθειά διηρημένες κι ηθελημένα «αντι-συστημικές» (χωρίς ωστόσο να απαρνούνται τα ωφέλη από τη νομή της εξουσίας) κι από την άλλη, οι απόπειρες δημιουργίας νέων κομμάτων δεν είχαν μέχρι τώρα την «κρίσιμη απήχηση» που απαιτείται προκειμένου ο λόγος ενός νέου σχήματος  να αρχίσει να επηρεάζει ουσιαστικά την πολιτική ζωή.

Η πολιτική επιστήμη αλλά και οι συναφείς επιστημονικοί κλάδοι κατέδειξαν ότι στις σύγχρονες κοινωνίες οι μεγάλες κοινωνικές αλλαγές οφείλονται είτε σε κάποια κρίση, είτε σε σημαντικές πρωτοβουλίες  που συχνά ταυτίζονται με μεγάλες, ισχυρές προσωπικότητες. Συχνά αυτά τα δύο συμπίπτουν κι έτσι ξεκινούν νέες ιστορικές φάσεις. Εχει ωστόσο ενδιαφέρον στη σημερινή συγκυρία να σταθούμε  στις ποικίλες αναλύσεις, ξένων και ελλήνων αναλυτών,  σχετικά με την κρίση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Θα σταθώ σε μια ειδική πτυχή, αυτή της κοινωνικής πολιτικής, για να επισημάνω ότι η απόσταση που χωρίζει ακόμα την Ελλάδα από τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες είναι τεράστια και συνεπώς το έδαφος εδώ είναι πρόσφορο για πρωτοβουλίες και δράσεις.  Υγεία, συντάξεις, πρόνοια, εκπαίδευση είναι οι μεγάλοι τομείς όπου οι συγκρίσεις είναι απογοητευτικές για την Ελλάδα. Η χώρα μας  για ιστορικούς λόγους, δεν έζησε την εμπειρία της σοσιαλδημοκρατίας. Το μεταπολεμικό οικονομικό μοντέλο δεν λειτούργησε εδώ όπως στη δυτική Ευρώπη,  αφού π.χ. δεν είχαμε βιομηχανία κι ούτε αντίστοιχη οικονομική και κοινωνική συμπεριφορά των εργαζομένων, αλλά και των εργοδοτών. Δεν αξιολογώ αν αυτό είναι θετικό ή αρνητικό, δεν έχει πλέον μεγάλη σημασία σήμερα.

Αυτό που έχει όμως σημασία είναι τούτο: Πριν σκεφτούμε μετα-μοντέρνα σχήματα και «επικοινωνιακές» πολιτικές, πρέπει να καλύψουμε σαν χώρα τη διαφορά που υπάρχει ακόμα και σήμερα, να ενισχύσουμε ουσιαστικά στην Ελλάδα την κοινωνική διάσταση. Κι επειδή οι σχετικές κρατικές δαπάνες εδώ βρίσκονται υψηλά, δεν υστερούμε τουλάχιστον σε αυτό με τις άλλες χώρες της ΕΕ, χρειάζονται δύο παράλληλες πολιτικές: αφενός ορθολογική διαχείριση των κονδυλίων που δαπανώνται στον χώρο της κοινωνικής πολιτικής κι αφετέρου συνεχής ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας σε τομείς αιχμής (βιολογικά προϊόντα, τουρισμός ποιότητας, νέες τεχνολογίες, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας).

Η άκριτη υιοθέτηση ξένων μοντέλων είναι ριψοκίνδυνη. Η σκανδιναβική ατομική και κοινωνική πειθαρχία δεν μπορεί να ευδοκιμήσει π.χ. στο χαοτικό ελληνικό σύστημα υγείας, Επειδή γενικά δεν υπάρχει εμπιστοσύνη, οι πολίτες καταφεύγουν  σε αυτό που γνωρίζουν πολύ καλά, δηλαδή τις διαπροσωπικές σχέσεις. Ετσι όμως υποτιμούν τον ρόλο των γιατρών, των νοσηλευτών κοκ.

Προβλήματα βέβαια υπάρχουν και στη Γαλλία, στη Σουηδία,  κ.α., αλλά εκεί είναι σαφώς διαφορετικά. Κι εκεί υποχωρεί, όπως σχεδόν παντού σήμερα, το κοικωνικό κράτος υποχωρεί και δεν πρέπει να δεχόμαστε μοιρολοτρικά αυτή την εξέλιξη. Αλλά εκεί υπήρξε, λειτούργησε και  εμπεδώθηκε και ο πολίτης έχει ταυτιστεί με την σημαντική αυτή κατάκτηση  της σοσιαλδημοκρατίας, απαιτεί ορθώς αξιοπρεπή αντιμετώπιση των προβλημάτων του, διαμαρτύρεται και συμπεριφέρεται υπεύθυνα.  Θεωρεί λοιπόν αυτονόητο ότι αν ασθενήσει, θα τύχει αμέσως περίθαλψης, χωρίς διαμεσολαβήσεις, φακελάκια, τηλεφωνήματα, υποσχέσεις….Κι εδώ  οι μεταμοντέρνοι αναλυτές πρέπει να προσέξουν ιδιαίτερα αφού ως γνωστόν δεν υπάρχει…μετα-υγεία.

Σε πολιτικούς όρους τώρα,  αυτό σημαίνει ότι η χώρα μας μπορεί πάντα να ελπίζει ότι θα αποκτήσει κάποια μέρα ένα γνήσιο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, αλλά στο μεταξύ ο συνθήκες αλλάζουν με γρήγορους ρυθμούς. Το πρόβλημα των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σήμερα είναι «η αδυναμία τους να προσδιορίσουν και πολύ περισσότερο να υλοποιήσουν στρατηγική ενός νέου «κοινωνικού συμβολαίου» μεταξύ των δυνάμεων της εργασίας και του κεφαλαίου και, περαιτέρω, η αδυναμία τους να εγγυηθούν για την εφαρμογή του μέσω των ρυθμιστικών και παρεμβατικών μηχανισμών του κράτρους» (Βλ.  Χριστόφορος Βερναρδάκης, «Ποιο είναι και τί θέλει το ΠΑΣΟΚ σήμερα:διλήμματα και δυνατές απαντήσεις», εφημερίδα «Ημερησία», 30-31 Αυγούστου 20008).

Σωστή η παρατήρηση, μόνο που τίποτε δεν εμποδίζει τις συναφείς πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, να επιδιώξουν και να φτάσουν το σημερινό επίπεδο της δυτικής Ευρώπης στον κοινωνικό τομέα, πριν «εισάγουμε» εδώ τις δυσκολίες του, λόγω της γενικής σήμερα αδυναμίας της σοσιαλδημοκρατίας. Το ασύμπτωτο των φάσεων οικονομικής ανάπτυξης και πολιτικών δυναμικών μπορεί να είναι και καλό. Είναι θέμα οργάνωσης, έντιμης διαχείρισης και βεβαίως, πολιτικής βούλησης.

Οι προσπάθειες όμως ανασύνθεσης του χώρου θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους τη νέα κοινωνική κατάσταση (κρίση, ανεργία, φτώχεια, ανίση κατανομή βαρών) και να παρουσιάσουν προτάσεις υπέρβασης της κρίσης μέσω πολιτικών. Αλλοιώς θα πρόκειται για προσπάθειες προσωπικής πολιτικής επιβίωσης στελεχών, που δεν αφορούν την κοονωνία και τα προβλήματά της.