Η κοινή κυριαρχία

Ευρωπαϊκή Ενωση: Προς εμπέδωση της κοινής κυριαρχίας, ή επιστρέφοντας στον Ζακ Ντελόρ.

Ενόψει των ευρωεκλογών του Μαίου 2019 και με βάση την πολύ δύσκολη πολιτική συγκυρία στη σημερινή Ευρώπη, αξίζει να επανέλθουμε στα θεμελιώδη της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Η εμπειρία είναι σαφώς θετική και πλούσια, το εγχείρημα μοναδικό. Πολλά σήμερα κράτη και λαοί συνεργάζονται για τη δημιουργία ενός καλύτερου κοινού μέλλοντος. Υπάρχουν κοινές πολιτικές και διαφοροποιημένες συνεργασίες. Η εξέλιξη είναι γενικά εντυπωσιακή.

Η ατελής ΟΝΕ, αναμένει ωστόσο την ολοκλήρωσή της. Γι αυτό απαιτούνται πολιτικές πραγματικής σύγκλισης σε πολλά επίπεδα και βεβαίως ισχυρός προϋπολογισμός αναδιανεμητικού χαρακτήρα με αιχμή στις επενδύσεις για δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, σε εποχή οικονομικής μετάλλαξης. Οι ανισότητες όμως μεταξύ κρατών και κοινωνικών τάξεων διευρύνονται, ο αυτόματος πιλότος δεν αρκεί, εξάλλου η βαθιά κρίση που ζούμε ούτε είχε προβλεφθεί, ούτε έχει ξεπεραστεί.

Η πολιτική ενοποίηση δεν προχώρησε και χωρίς αυτήν η ΕΕ θα παραμείνει μια οντότητα χωρίς διεθνή ισχύ. Ειδικά για μας, χωρίς κοινή εξωτερική πολιτική, κοινή πολιτική ασφάλειας και άμυνας και προστασίας των εξωτερικών συνόρων, δεν διασφαλίζεται μακροπρόθεσμα η ασφάλεια της χώρας.

Η ευρωζώνη, ως ο σκληρός πυρήνας πλέον της ΕΕ, μετά την επιτυχή πορεία του κοινού  νομίσματος, πρέπει λογικά να εξελιχθεί σε ένα νέο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο με ξεχωριστό προϋπολογισμό, που να διασφαλίζει αφενός την ισότιμη μεταχείριση των μελών της, αφετέρου να προσδώσει νέα δυναμική στο οικοδόμημα. Υπάρχουν ήδη σχετικές προτάσεις και ξεκίνησαν ευτυχώς πρόσφατα οι επίσημες συζητήσεις.

Για τους περισσότερους από εμάς που ζήσαμε εξ αρχής την ένταξη της χώρας στην ΕΕ και που συμμετείχαμε στα διάφορα όργανα, η λύση της Ομοσπονδίας φαίνονταν μακροπρόθεσμα σαν η πλέον λογική, για ουσιαστικούς πολιτικούς λόγους. Η πραγματικότητα όμως εξελίσσεται διαφορετικά, τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται. Είναι σαφές ότι το κράτος-έθνος αποτελεί βασικό πυρήνα αναφοράς των πολιτών και βασικό θεσμό των διεθνών σχέσεων. Η Ευρώπη αποτελείται από παλιά και περήφανα κράτη-έθνη, που δεν θέλουν να σβήσουν μέσα σε ένα υπερεθνικό πλαίσιο. Το BREXIT, ακόμα κι αν δεν υλοποιηθεί ή αν υλοποιηθεί μερικώς, αποτελεί σαφέστατο παράδειγμα και μήνυμα. Χρειάζεται λοιπόν επανακαθορισμός των σχέσεων. Οι πάσης φύσεως αντι-ευρωπαϊστές επωφελούνται από την σημερινή αδράνεια, αλλά οι αιτίες της βαθύτερης δυσπιστίας και των διαλυτικών τάσεων που υπάρχουν πρέπει να αντιμετωπισθούν. Το μεταναστευτικό ζήτημα ήταν πράγματι καταλύτης για όλους. Φάνηκαν τα όρια της κοινής δράσης, οι διαφορετικές προσεγγίσεις και έλειψε κυρίως η κοινή κατεύθυνση. Ενα μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε όλα τα κράτη-μέλη αντιτίθεται σε περαιτέρω εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, για διαφορετικούς βέβαια λόγους. Οι ευρωεκλογές του προσεχούς Μαίου είναι ορόσημο.

Κι όμως η διττή κυριαρχία υπάρχει και λειτουργεί. Τι χρειάζεται λοιπόν; Χρειάζεται οπωσδήποτε αλλαγή μεθόδου και νέος καθαρός στόχος. Η νέου τύπου κοινή κυριαρχία, εθνική και ευρωπαϊκή, έτσι όπως εξελίσσεται εδώ και δεκαετίες, ήδη δίνει και θα δώσει στο μέλλον νέα, πρόσθετη δυναμική στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Ισως προκύψει σε πρώτη φάση μια «Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία των Κρατών-Εθνών», που δεν θα αποτελεί κρατική οντότητα, δεν θα είναι δηλαδή ένα νέο ομόσπονδο κράτος, αλλά θα αποτελεί ένα νέο χώρο πολιτικής συνεργασίας των κρατών-εθνών που την συνθέτουν. Διότι χωρίς ειλικρινή συνεργασία των κρατών και χωρίς αμοιβαίο σεβασμό, δεν υπάρχει ελπίδα ουσιαστικής ενοποίησης. (Gaëtane Ricard-Nihoul : « Pour une fédération européenne d’Etats-Nations. La vision de Jacques Delors revisitée ». Editions «Larcier», 2012). Θα έχει όμως νόημα κάτι τέτοιο, αφού χωρίς αυτόνομες αρμοδιότητες κάθε ομοσπονδιακή παρέμβαση θα είναι αναποτελεσματική, λόγω των ατέρμονων διαβουλεύσεων;  Δημοκρατία και αποτελεσματικότητα, ιδού το ζητούμενο τόσο σε εθνικό, όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Δεν είναι εύκολο το εγχείρημα αυτό. Με ομόκεντρους κύκλους προς το παρόν, ανοιχτούς σε προσχωρήσεις όσων επιθυμούν και σέβονται τους κανόνες, αφού όλοι δεν μπορούν να βαδίσουν μαζί σε όλους τους τομείς, με σαφή και προσδιορισμένο τον ρόλο των κοινοτικών θεσμών και των κρατών-εθνών, η ΕΕ πρέπει να βρει μια νέα ισορροπία σχέσεων. Η σαρωτική παγκοσμιοποίηση οδηγείται πρωτίστως από τις τεχνολογικές εφευρέσεις και δεν αντιμετωπίζεται μόνο οικονομικά, με όρους δηλαδή ανταγωνισμού. Χρειάζεται και η πολιτική στόχευση και η στρατηγική, αλλιώς η ΕΕ θα είναι μόνιμος ουραγός, θα είναι χαμένη εξ αρχής και θα υφίσταται τις επιπτώσεις των αποφάσεων άλλων ισχυρών παικτών, που δεν ενδιαφέρονται καν για κανόνες. Πολύ περισσότερο όταν ο οικονομικός και ο ξέφρενος εμπορικός ανταγωνισμός λειτουργεί υπέρ των συμφερόντων τους.

Ερχεται ένας κόσμος ασταθής και ακυβέρνητος, μια μακρά περίοδος με πισωγυρίσματα, ενώ οι πλανητικές προκλήσεις είναι σημαντικές και επείγουσες. Σε ποιόν ανήκει η πρωτοβουλία επεξεργασίας προτάσεων με στόχο την ανασύνταξη σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο;

Για τα ευρωπαϊκά πράγματα, όπου χρειάζεται ταυτόχρονα τόλμη και ρεαλισμός, αξίζει να ξαναδιαβάσουμε τον Ζακ Ντελόρ. Η παρακαταθήκη του είναι χρησιμότατη. Η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία και η Πολιτική Ενωση θα μας απασχολούν περισσότερο στο μέλλον. Οι επιλογές είναι δύσκολες για όλους, περισσότερο για την Ελλάδα, λόγω ιστορίας και γεωγραφίας. Η πίεση εξ ανατολών είναι ορατή, ισχυρή και επικίνδυνη και η αποτροπή της απαιτεί νέες συνθέσεις. Ο ελληνισμός διέπρεψε ιστορικά σε αυτόν τον τομέα, γι αυτό και η εξωτερική πολιτική της χώρας πρέπει να εστιάσει επίμονα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Με προτάσεις, με συνθέσεις, με επιχειρήματα.

 

Αθανάσιος Θεοδωράκης

πολιτικός επιστήμονας

www.neopolitevma.gr